Αφιέρωμα στον Κριστόφ Κισλόφσκι

Ο αιφνίδιος θάνατος του Κριστόφ Κισλόφσκι σε ηλικία μόλις 55 ετών κατά τη διάρκεια μιας επέμβασης ανοιχτής καρδιάς, όχι μόνο έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία στην παγκόσμια κινηματογραφική κοινότητα το 1996, αλλά θα μπορούσε να είναι και το φινάλε μιας δικής του ταινίας.

Αν και είχε αποσυρθεί λόγω δημιουργικής υπερκόπωσης από την ενεργό δράση το 1992, στο αποκορύφωμα της λαμπρής καριέρας του, λίγο μετά την «Κόκκινη» ταινία της Τριλογίας των Χρωμάτων που τον έφερε στις υποψηφιότητες των Όσκαρ (και μάλιστα στην κατηγορία της Καλύτερης Ταινίας), είχε ήδη στα σκαριά μια νέα τριλογία με πρώτη στάση τον Παράδεισο. Κατά τραγική ειρωνεία, όμως, και σε ένα από εκείνα τα γυρίσματα της τυχαιότητας και του πεπρωμένου που το σινεμά του τόσο διεισδυτικά και με βαθιά και σχεδόν μεταφυσική ενσυναίσθηση εξερεύνησε, η ζωή του τερματίστηκε άκαιρα και αδόκητα. Έμεινε όμως πίσω μία δεκάδα ταινιών μυθοπλασίας μεγάλου μήκους για να θυμίζει για πάντα πως το σινεμά του ήταν (τυχαίο;) «Δίχως Τέλος».

Η ενασχόληση του Πολωνού σκηνοθέτη με το σινεμά, άλλωστε, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μοιραία. Γόνος μιας φτωχικής και νομαδικής οικογένειας, ο Κισλόφσκι μεγάλωσε σε διάφορα σανατόρια της Πολωνίας, προκειμένου να βρίσκει δωρεάν τροφή, ενώ ξεκίνησε από μαθητής να κάνει διάφορες δουλειές προκειμένου να βοηθήσει τους δικούς του. Από το πυροσβεστικό σώμα βρέθηκε να σπουδάζει τεχνικός θεάτρου στη Βαρσοβία. Η αγάπη του, όμως, για το θέατρο τον οδήγησε τελικά στην περίφημη Σχολή Κινηματογράφου του Λοτζ, όπου πέρασε με την τρίτη προσπάθεια (!), με αποφοίτους, μεταξύ άλλων, τον Βάιντα, τον Πολάνσκι και τον Σκολιμόφσκι.

Στο Λοτζ ο Κισλόφσκι ήρθε σε επαφή με το απαγορευμένο -λόγω του κομουνιστικού καθεστώτος- ξένο σινεμά, αλλά η πρώτη του αγάπη ήταν η τεκμηρίωση, με μια σειρά από εξαιρετικά μικρού μήκους ντοκιμαντέρ, τα οποία αποτυπώνουν πρώιμα τον προβληματισμό του για τα όρια και την καλλιτεχνική αναπαράσταση της πραγματικότητας. Στο πλαίσιο του πολιτικού κινήματος της «Αλληλεγγύης», αλλά και του ρεύματος του «σινεμά της ανησυχίας», με ταινίες που δοκίμασαν τα όρια της κρατικής λογοκρισίας και κατέδειξαν τις έντονες αντιθέσεις μεταξύ του σοσιαλιστικού κράτους και της ατομικής πρωτοβουλίας, η μετάβαση του Κισλόφσκι στην κινηματογραφική μυθοπλασία έγινε με την «Ουλή» το 1976, μια ταινία που αντικατοπτρίζει το ταραχώδες πολιτικό σκηνικό της Πολωνίας τη δεκαετία του 70 και μαρτυρά την προηγούμενη ενασχόληση του δημιουργού με το ντοκιμαντέρ στην αποτύπωση μιας καλειδοσκοπικής πραγματικότητας.

Στον «Ερασιτέχνη Κινηματογραφιστή», τρία χρόνια αργότερα, η βγαλμένη από ένα όνειρο (ή μάλλον εφιάλτη) εναρκτήρια σεκάνς δείχνει τα πρώτα ψήγματα του μετέπειτα ποιητικού σινεμά του Πολωνού δημιουργού χωρίς, ωστόσο, να απεμπολεί την υποδόρια κριτική ματιά του στο σοσιαλιστικό καθεστώς, καθώς η ενασχόληση του εργάτη – πρωταγωνιστή με την Τέχνη δεν είναι μόνο ένας παράγοντας προσωπικής και πολιτικής αφύπνισης, αλλά και τον φέρνει σε σύγκρουση με ένα καταπιεστικό εργασιακό και πολιτικό περιβάλλον.

Blind Chance

Τα προβλήματα με την επίσημη λογοκρισία δεν άργησαν να φανούν. Αν και «Η Τύχη» γυρίστηκε το 1981, γρήγορα απαγορεύτηκε (την ίδια χρονιά η Πολωνία τέθηκε υπό στρατιωτικό νόμο) και η ταινία προβλήθηκε μόλις το 1987. Σ’ αυτή τη σπουδαία στιγμή της φιλμογραφίας του, ο Κισλόφσκι μελετά, από τον τίτλο κιόλας, τους μηχανισμούς του πεπρωμένου και της τύχης, ξεκινώντας από μια υπέροχη σκηνή ανθολογίας στο σιδηροδρομικό σταθμό, όπου το κυνήγι ενός φοιτητή να προλάβει το τρένο οδηγεί, χρόνια πριν το «Sliding Doors», σε τρεις διαφορετικές καταλήξεις, μία εκ των οποίων είναι και η ενεργός συμμετοχή στο Κομουνιστικό Κόμμα, κάτι που φυσικά εξόργισε τις Αρχές λόγω της τυχαιότητάς του.

Μέσα σε ένα τόσο δυσοίωνο κλίμα στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 80, με το κίνημα της «Αλληλεγγύης» να έχει απαγορευτεί και τους καλλιτέχνες στη χώρα να υπομένουν τους περιορισμούς στην δημιουργική τους έκφραση, δεν είναι τυχαίο ότι το «Δίχως Τέλος» είναι η πιο σκοτεινή ταινία του Κισλόφσκι. Ταυτόχρονα, όμως, σήμανε και την πρώτη του συνεργασία με τον σεναριογράφο Κριστόφ Πισιέβιτς και τον συνθέτη Ζμπίγκνιου Πράισνερ, σε ένα κινηματογραφικό ρέκβιεμ που ξεδιπλώνει για πρώτη φορά τόσο μυσταγωγικά τις θεματικές εκείνες που έμελλαν να καθορίσουν το μετέπειτα έργο του: την απώλεια, το θάνατο και τη δίχως τέλος αναζήτηση νοήματος στις ατέρμονες απιθανότητες της ζωής.

Η χαλάρωση του στρατιωτικού νόμου οδήγησε σε αυτό που θεωρήθηκε το magnum opus του Πολωνού σκηνοθέτη. Αν και ο «Δεκάλογος» γυρίστηκε για την τηλεόραση και αποτελείται από δέκα επεισόδια βασισμένα στις Δέκα Εντολές. έγινε το διαβατήριο του Κισλόφσκι για τη διεθνή καταξίωση και προβλήθηκε στους κινηματογράφους παγκοσμίως. Δύο από τα επεισόδια, μάλιστα, επεκτάθηκαν σε μεγάλου μήκους ταινίες και οδήγησαν σε δύο από τις πιο σημαντικές στιγμές της φιλμογραφίας του δημιουργού. Η «Μικρή Ιστορία Για Ένα Φόνο» παραμένει ακόμα και σήμερα ένας καταιγιστικός κινηματογραφικός κόλαφος κατά της θανατικής ποινής, ενώ στη «Μικρή Ερωτική Ιστορία» ο Κισλόφσκι συνθέτει έναν πανέμορφο ύμνο για το πέρασμα στην ωριμότητα και τον ανολοκλήρωτο έρωτα.

Η σταδιακή κατάρρευση του κομουνιστικού καθεστώτος στα τέλη της δεκαετίας του 80 και το δειλό πέρασμα της Πολωνίας στον καπιταλισμό οδήγησαν στην πρώτη διεθνή συμπαραγωγή με τη Γαλλία, αλλά και στην πιο αφαιρετική, ποιητική και μυσταγωγική ταινία του Κισλόφσκι, τη «Διπλή Ζωή της Βερόνικα», ένα αριστουργηματικό ποίημα-γρίφο και μια μεγαλειώδη οπτικοακουστική σύνθεση για την τέχνη, τη μοίρα και τη δυϊκότητα της ύπαρξης. Ο τρόπος που το φως διαθλάται πάνω στο πρόσωπο της Ιρέν Ζακόμπ, η μουσική του Πράισνερ, η διεύθυνση φωτογραφίας του Σλαβομίρ Ίτζιακ και η σκηνή με τις μαριονέτες αποτελούν ίσως την αποκρυστάλλωση ενός σινεμά που μετατρέπεται σε μεταφυσική εμπειρία.

Η διάσημη Τριλογία των Χρωμάτων που ακολούθησε και δυστυχώς ολοκλήρωσε πρόωρα ένα έργο που φάνταζε ακόμα ανοιχτό σε πολλαπλές συναρπαστικές διαδρομές, μοιάζει εκ των υστέρων σαν μια νομοτέλεια στη φιλμογραφία του Κισλόφσκι με τρεις ταινίες για τα χρώματα της γαλλικής σημαίας και τις έννοιες που κάθε ένα από αυτά πρεσβεύει. Η «Μπλε Ταινία» είναι αφιερωμένη στην ελευθερία, βουτηγμένη σε ένα μπλε μεταφυσικό φως που λούζει το πρόσωπο της Ζιλιέτ Μπινός και δομημένη σαν μια λυτρωτική κι απελευθερωτική πορεία από το πένθος και την εσωστρέφεια στη δημιουργία και την αυτοπραγμάτωση. Στο «Λευκή Ταινία», ο Πολωνός σκηνοθέτης, πιο ανάλαφρος και σατιρικός από ποτέ, διασκεδάζει σαρδόνια με την έννοια της ισότητας στον έρωτα και σε μια Ευρώπη των δύο ταχυτήτων, χωρίς να ξεχνά τον λυρισμό του μοναδικού σινεμά του. Τέλος, στην «Κόκκινη Ταινία» που έμελλε να είναι όχι μόνο το επιστέγασμα της κοσμοθεωρίας του, αλλά και το κύκνειο άσμα του, ο Κισλόφσκι βλέπει την αδελφοσύνη ως τον συνεκτικό εκείνο ιστό που συνδέει όλα αυτά που με ανεξήγητο και σχεδόν μαγικό τρόπο μπορούν να ενώσουν ζωές και πεπρωμένα.

Όλη αυτή η τοιχογραφία της ανθρώπινης κατάστασης και των αντιφάσεων της, όπως αποτυπώθηκε στο έργο ενός μεγάλου δημιουργού, είναι διαθέσιμη στο Cinobo, σε μια μοναδική και σπάνια ευκαιρία για γνωριμία και (πολλαπλή) επανεπίσκεψη. Το σινεμά του Κριστόφ Κισλόφσκι θα είναι πάντα ανεξάντλητο σε ερμηνείες.

Μοιράσου το άρθρο
Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest