Ο Θάνος Αναστόπουλος μας μιλά για την ταινία του «H Τελευταία Παραλία»

Το Cinobo σε συνεργασία με την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου παρουσιάζει την πλήρη συλλογή των βραβευμένων ντοκιμαντέρ των Ίρις της δεκαετίας των ’10s και ζητά από τους βραβευμένους δημιουργούς των ταινιών να “προλογίσουν” το έργο τους. Ο Θάνος Αναστόπουλος μας μιλά για την ταινία του «Η Τελευταία Παραλία».

«Αν υπάρχει μια άνθιση τα τελευταία χρόνια σ’ αυτό που αποκαλούμε ντοκιμαντέρ οφείλεται στο ότι όλο και περισσότεροι κινηματογραφιστές ενδιαφέρονται να αναδείξουν το πραγματικό που λανθάνει πίσω από την πραγματικότητα. Και να αφηγηθούν με ειλικρίνεια τους καιρούς και τις κοινωνίες μας».

Περιήγηση στον μικρόκοσμο μιας λαϊκής παραλίας στην Τεργέστη, στη διάρκεια και των τεσσάρων εποχών του χρόνου, όπου συμβαίνει κάτι μοναδικό: Ένας τοίχος οριοθετεί το χώρο των γυναικών και το χώρο των ανδρών, ενώ η θάλασσά της χωρίζει κι ενώνει την ίδια στιγμή Ιταλούς και Σέρβους, Έλληνες και Σλοβένους, Εβραίους και Γερμανούς, Αυστριακούς και Αμερικανούς. Ταυτόχρονα, είναι και το τελευταίο καταφύγιο για τους ανθρώπους που περνούν εκεί ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής τους.

Η ταινία θέτει με ειλικρίνεια ερωτήματα για τα σύνορα και τις διακρίσεις, τεχνητές και μη, για το τι μας χωρίζει και τι μας ενώνει, και για την τραγικωμωδία της ανθρώπινης φύσης, μέσα από την καθημερινότητα των θαμώνων ενός μέρους πραγματικά μοναδικού. Το φιλμ τιμήθηκε με το βραβείο Ίρις Καλύτερου Ντοκιμαντέρ της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου το 2017, και ο δημιουργός Θάνος Αναστόπουλος συστήνει στους συνδρομητές του Cinobo την ταινία του με δικά του λόγια.

Για την αρχική του ιδέα:

Είχα μόλις τελειώσει την ταινία “Κόρη” κι ήξερα ότι οι οικονομικές συνθήκες δεν θα επέτρεπαν άμεσα την δημιουργία μιας άλλης ταινίας στην Ελλάδα. Για να μην χάσω τον ρυθμό αποφάσισα να κάνω μια ταινία στην Τεργέστη, την πόλη που ζω πια τα τελευταία δέκα χρόνια. Η ταινία ήταν ένα είδος γνωριμίας μου με την πόλη και τους κατοίκους της. Ήθελα να τους γνωρίσω καλύτερα κι ήθελα να συστηθώ μέσα από το βλέμμα και την δουλειά μου.

Από την πρώτη στιγμή μου έκανε εντύπωση η ύπαρξη αυτής της παραλίας – μοναδικής σ’ όλη την Ευρώπη – που χώριζε μ’ ένα τοίχο τους άντρες και τις γυναίκες. Ακόμα περισσότερο μου έκανε εντύπωση ότι στα 120 χρόνια της ύπαρξης της από την περίοδο που η Τεργέστη αποτελούσε το κύριο λιμάνι της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας κανείς δεν είχε κάνει ποτέ ένα ντοκιμαντέρ γι’ αυτή. Υπήρχαν πολλά τηλεοπτικά ρεπορτάζ, ακόμα κι από διεθνή κανάλια, αλλά όλα αρκούνταν στην αξιοπερίεργη παρουσίαση της και ολοκλήρωναν με μερικές σύντομες συνεντεύξεις θαμώνων.

Έτσι άρχισα την έρευνα. Πολύ γρήγορα συνειδητοποίησα ότι η αρχική μου έλξη γι’ αυτό το θέμα οφειλόταν στο ότι μου θύμιζε έντονα την παιδική μου ηλικία και τα χειμωνιάτικα Σαββατοκύριακα που περνούσα στις παραλίες του Αλίμου και του Καλαμακίου μαζί με μια ομάδα παθιασμένων χειμερινών κολυμβητών μέλος των οποίων αποτελούσε ο πατέρας μου. Τώρα που το σκέφτομαι η πρώτη πρώτη φορά που τράβηξα κάτι με μια κινηματογραφική κάμερα σούπερ οκτώ ήταν αυτή η παρέα των χειμερινών κολυμβητών να παίζει ρακέτες στην παραλία.

Στην πορεία της έρευνας γνώρισα τον Ντάβιντε ντελ Ντέγκαν που είναι γέννημα θρέμμα της πόλης κι αποφασίσαμε να κάνουμε την ταινία μαζί ενώνοντας αυτό το διπλό βλέμμα πάνω στην παραλία και τους θαμώνες της. Το γεγονός ότι ο πατέρας μου πέθανε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων έδωσε σ’ αυτό το κινηματογραφικό ταξίδι μια επιπλέον διάσταση.

last-resort2

Για την δημιουργική διαδικασία:

Υπήρχε έρευνα κι επίμονη επαφή με τους θαμώνες της παραλίας για να δημιουργηθεί κλίμα εμπιστοσύνης, αλλά ποτέ δεν υπήρχε προγεγραμμένο σενάριο. Η κεντρική ιδέα ήταν ότι η ταινία θα ακολουθούσε τους κανόνες του ντοκιμαντέρ παρατήρησης. Υπήρχαν ωστόσο κάποιοι θεματικοί άξονες και κάποιοι απαράβατοι κανόνες που καθόρισαν την μετέπειτα αφηγηματική διάσταση της ταινίας.

Θέλαμε να παρακολουθήσουμε τους θαμώνες της παραλίας: άντρες, γυναίκες και παιδιά (τα οποία μέχρι να κλείσουν τα δώδεκα τους χρόνια είναι τα μόνα που έχουν το δικαίωμα να πηγαίνουν και στην μια πλευρά και στην άλλη). Σημαντικό όμως ήταν – καθώς μιλάμε για μια δημοτική παραλία – να παρακολουθήσουμε και τις ζωές των εργαζομένων. Όχι μόνο όσους πάνε εκεί για να κάνουν ηλιοθεραπεία αλλά και όσους δουλεύουν κάτω από τον ήλιο: Ταμίες, Σερβιτόρους, Ναυαγοσώστες, Καθαριστές.

Θα κινηματογραφούσαμε μόνο όσους θαμώνες συμφωνούσαν από την αρχή να συμμετέχουν στην ταινία. Και θα σταματούσαμε άμεσα τις λήψεις αν πέρναγε κάποιος από το κάδρο μας που δεν επιθυμούσε να συμμετέχει.

Δεν θα κάναμε συνεντεύξεις.

Δεν θα παρακολουθούσαμε τους χαρακτήρες μας έξω από τα όρια της παραλίας. Δεν θα μπαίναμε στις προσωπικές τους ζωές.

Τα γυρίσματα θα διαρκούσαν ένα χρόνο ώστε να βιώσουμε τις αλλαγές των εποχών.

Δεν θα ζητούσαμε από κανένα πρόσωπο να κάνει ή να πει κάτι που θα είχαμε εμείς υποδείξει.

Αρχίσαμε χειμώνα γιατί ήταν πιο εύκολο να έρθουμε σε επαφή με τον μικρό πυρήνα των ανθρώπων που κυριολεκτικά ζει στην παραλία όλο το χρόνο και τελειώσαμε το επόμενο φθινόπωρο. Σιγά σιγά επικεντρωθήκαμε σε κάποιους χαρακτήρες περισσότερο από άλλους γιατί δημιουργήθηκε μια πιο στενή επαφή και εφόσον κινηματογραφούσαμε χρονολογικά μπορούσαμε να χαράξουμε κάποια θεματικά κι αφηγηματικά μοτίβα με βάση τα όσα γυρίζαμε.

Στην πορεία [Σπόιλερ σε ντοκιμαντέρ] υπήρξε μια σημαντική απώλεια ενός από τους χαρακτήρες της ταινίας. Κι εκεί συνειδητοποιήσαμε ότι αυτό το γεγονός θα γινόταν κομβικό στην δομή της ταινίας. Συνεχίσαμε μέχρι το τέλος του φθινοπώρου, αρκετά αργότερα από την τελευταία μέρα του καλοκαιριού που γίνεται η γιορτή όπου ανοίγει ο τοίχος κι ενώνονται όλοι οι θαμώνες.

Περάσαμε έναν επιπλέον χρόνο ξεσκαρτάροντας το υλικό, μοντάροντας τις σκηνές κι αναζητώντας την καλύτερη μορφή για την δομή της ταινίας με την συνεργασία της μοντέζ Μπονίτας Παπαστάθη. Η οριστική αφηγηματική δομή της ταινίας, όπως επίσης και η διαχείριση του αφηγηματικού χρόνου δημιουργήθηκε στο μοντάζ.

Για τη θέση του ντοκιμαντέρ στο σημερινό κινηματογραφικό σκηνικό:

Στα μάτια μου δεν υπάρχουν ταινίες μυθοπλασίας ή ντοκιμαντέρ. Γενικά είμαι επιφυλακτικός με τις κατηγοριοποιήσεις. Υπάρχουν κινηματογραφικές ταινίες που διηγούνται μια ιστορία, αποκαλύπτουν ανθρώπους ή μοιράζονται εμπειρίες. Αν υπάρχει μια άνθιση τα τελευταία χρόνια σ’ αυτό που αποκαλούμε ντοκιμαντέρ οφείλεται στο ότι όλο και περισσότεροι κινηματογραφιστές ενδιαφέρονται να αναδείξουν το πραγματικό που λανθάνει πίσω από την πραγματικότητα. Και να αφηγηθούν με ειλικρίνεια τους καιρούς και τις κοινωνίες μας.

Μοιράσου το άρθρο
Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Προηγούμενα άρθρα​