Υπόθεση Καλιφόρνια (The Case Against 8)

Αν και το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών αναγνωρίζει ως αναφαίρετο το δικαίωμα στην επιδίωξη της ευτυχίας, οι ανισότητες και η μισαλλοδοξία σημάδεψαν την ιστορία της χώρας, με μια σειρά πολυετών αγώνων για την αναγνώριση των πολιτικών δικαιωμάτων των ευπαθών κοινωνικών ομάδων και των μειονοτήτων, που ήρθαν πλειστάκις σε αντίθεση με το status quo της κυρίαρχης λευκής κοσμοθεωρίας. Αυτή η μάχη κορυφώθηκε όχι μόνο στους δρόμους, αλλά και στα έδρανα του Ανώτατου Δικαστηρίου της χώρας, το οποίο έγινε το πεδίο κορύφωσης των σχιζοφρενικών αντιθέσεων της αμερικανικής κοινωνίας και με μια σειρά από ιστορικές αποφάσεις συνέβαλε στον αγώνα για τον εκδημοκρατισμό μιας κουλτούρας που ακόμα ταλανίζεται από τις ενδογενείς της αντιφάσεις.

Το «Υπόθεση Καλιφόρνια» των Ραίν Γουάιτ και Μπεν Κότνερ καταγράφει μεθοδικά μία από τις πιο σημαντικές νομικές νίκες των τελευταίων δεκαετιών στην κατάκτηση της ισοπολιτείας και της ισονομίας για όλους, ξεκινώντας από την ημέρα κατά την οποία ο Μπαράκ Ομπάμα εξελέγη πανηγυρικά πρόεδρος των ΗΠΑ. Την ίδια μέρα, όμως, υπερψηφίστηκε (με οριακή μεν, πλειοψηφία δε,) με δημοψήφισμα στην πολιτεία της Καλιφόρνια η διαβόητη «Πρόταση 8», σύμφωνα με την οποία ο γάμος αναγνωριζόταν ως δικαίωμα μόνο για τα ετερόφυλα ζευγάρια. Μια δικαστική μάχη θα ξεκινούσε για την ανατροπή της πρότασης, η οποία θα διαρκούσε πέντε χρόνια, από τα ομοσπονδιακά δικαστήρια μέχρι την κορυφή του συστήματος της απονομής της δικαιοσύνης στη χώρα.

Η συνέχεια (θα έπρεπε να) είναι γνωστή σε όλους, καθώς η υπόθεση συγκέντρωσε τα φώτα της παγκόσμιας κοινότητας και των διεθνών ειδησεογραφικών πρακτορείων, το ντοκιμαντέρ των Γουάιτ και Κότνερ, όμως, αποφεύγει δεξιοτεχνικά το σκόπελο ενός νομικού ντοκιμαντέρ που περιορίζεται στην στείρα παρακολούθηση μιας γραφειοκρατικής διαδικασίας, και βιώνεται με ένταση και πάθος, με ένα μοντάζ που εντείνει την αγωνία, αλλά και αναδεικνύει πίσω από τις διαδικασίες και τις πολιτειακές αποφάσεις τους ανθρώπους, εκείνους που διεξάγουν τον αγώνα και αποφασίζουν να αγωνιστούν για την κατάκτηση των δικαιωμάτων τους.

Και φυσικά μια ταινία τεκμηρίωσης αυτού του είδους δεν θα μπορούσε να είναι αντικειμενική. Ούτε χρειάζεται κάτι τέτοιο. Ακόμα και η παράθεση των «επιχειρημάτων» των υπερμάχων της «Πρότασης 8» είναι κάποιες φορές εξωφρενική, άλλες εξοργιστική κι άλλες αστεία. Το ζητούμενο είναι η παρουσίαση της στρατηγικής και της επιχειρηματολογίας για την ανατροπή μιας οπισθοδρομικής απόφασης με αρραγή και στιβαρή επιχειρηματολογία, με ψυχραιμία, σύνεση και αποφασιστικότητα, τηρώντας τους κανόνες του παιχνιδιού κι αλλάζοντας τα δεδομένα εκ των έσω.

Γι’ αυτό επιστρατεύτηκαν δύο κορυφαίοι νομικοί, μέχρι πρότινος αντίπαλοι. Κι όσο η επιλογή του προοδευτικού Ντέιβιντ Μπόιζ μοιάζει αυτονόητη, ο συντηρητικός συνήγορος της οικογένειας Μπους Τεντ Όλσον τάραξε τα νερά, πρόσφερε, όμως, παρά τις αντιδράσεις από πιο ριζοσπαστικές ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεις, ευρύτερη αποδοχή στον αγώνα. Και μακροπρόθεσμα η σύμπραξή του αποδείχθηκε καίρια, όχι μόνο λόγω της δεινής ρητορικής του ικανότητας και των νομικών του γνώσεων, αλλά και της χαρισματικής του προσωπικότητας, η οποία αποτυπώνεται και στην ταινία.

Οι πραγματικοί πρωταγωνιστές, ωστόσο, είναι τα δύο ομόφυλα ζευγάρια που έπρεπε τυπικά να εκκινήσουν τη διαδικασία ακύρωσης της πρότασης, αφού είχαν έννομο συμφέρον γι’ αυτό. Η (ασφαλώς) στρατηγική επιλογή ενός ζευγαριού λεσβιών με τέσσερα παιδιά από προηγούμενους συντρόφους, του οποίου ο γάμος το 2004 είχε ακυρωθεί, κι ενός gay ζευγαριού σε πολυετή σχέση, που περιμένει τη νομιμοποίηση, φαντάζει safe επιλογή, αλλά κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει όχι μόνο την προθυμία τους να εμπλακούν σε έναν πολυετή δικαστικό αγώνα, αλλά και να συγκεντρώσουν τα αρνητικά σχόλια, ακόμα και τις απειλές, των πιο συντηρητικών συμπολιτών τους.

Και κάπως έτσι η κάμερα των Γουάιτ και Κότνερ αποτυπώνει όλες τις μικρές και τις μεγάλες στιγμές όχι μόνο στα δικηγορικά γραφεία και στα ακροατήρια των δικαστηρίων, αλλά και στην οικογενειακή, καθημερινή ζωή των τεσσάρων εναγόντων, εν μέσω του πανζουρλισμού της φρενήρους κάλυψης της δίκης από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, των δηλώσεων συμπαράστασης ή καταδίκης από προοδευτικούς και συντηρητικούς πολιτικούς αντίστοιχα και των συγκεντρώσεων από ακτιβιστές και των δύο πλευρών. Κι αν η τελική ετυμηγορία ήταν μια ευτυχής στιγμή σε μια πορεία με συνεχή πισωγυρίσματα, το τέλος, συγκινητικό και αισιόδοξο, υπενθυμίζει ότι υπάρχει ακόμα (πολύς) δρόμος μπροστά.

Μοιράσου το άρθρο
Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Προηγούμενα άρθρα​