Εκεί που η Μπελ Επόκ συναντά το «Westworld» και το πνεύμα του Τσάρλι Κάουφμαν

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Μια από τις πιο ευρηματικές γαλλικές ρομαντικές κομεντί των τελευταίων χρόνων έρχεται στο Cinobo. Είμαστε πολύ έτοιμοι για ένα «Ραντεβού στο Belle Époque».

*Η ταινία είναι διαθέσιμη για streaming αποκλειστικά στο Cinobo

Ραντεβού στο Belle Epoque

Εσείς πού και πότε θα ταξιδεύατε αν μπορούσατε; Θα περνάγατε ένα βράδυ στα ανάκτορα ως Μαρία Αντουανέτα; Θα βγαίνατε για ένα ποτό με τον Έρνεστ Χεμινγουέι; Ο Ντανιέλ Οτέιγ ταξιδεύει πίσω στο παρελθόν για να ζήσει την στιγμή που του άλλαξε τη ζωή, εκεί που η Μπελ Επόκ συναντά το «Westworld» και το πνεύμα του Τσάρλι Κάουφμαν.

Ο Νικολά Μπεντό («Κύριος και Κυρία Αντελμάν») δημιουργεί ό,τι πιο ευρηματικό έχουμε δει τα τελευταία χρόνια στο είδος, μπλέκει την επιστημονική φαντασία με τη νοσταλγία και μας ταξιδεύει πίσω στο παρελθόν για να ζήσουμε ξανά τη στιγμή που άλλαξε μια ζωή. Στο φιλμ, η ήσυχη ζωή του 60άρη Βικτόρ ανατρέπεται τη μέρα που ο νεαρός Αντουάν τού προσφέρει μια μοναδική, πρωτοποριακή μορφή ψυχαγωγίας. Χάρη σε έναν μοναδικό συνδυασμό θεατρικών τεχνασμάτων και ιστορικής αναπαράστασης, η εταιρεία του Αντουάν χαρίζει την ευκαιρία στους πελάτες της να επιστρέψουν σε όποια χρονική περίοδο επιλέξουν.

Ο Βίκτορ αποφασίζει λοιπόν να ταξιδέψει στη Λυόν του 1974 και να ξαναζήσει την πιο αξέχαστη εβδομάδα της ζωής του: όταν συνάντησε τον μεγάλο έρωτα της ζωής του 40 χρόνια πριν. Μπορεί, όμως, να νιώσει όπως τότε;

Η ταινία αποτελεί τόσο μια γλυκιά διαδρομή στο παρελθόν όσο και μια υπενθύμιση για την απατηλή διάσταση της αγκαλιάς του. «Όλα αυτά για τα οποία γκρινιάζει ο πρωταγωνιστής της ταινίας, τα έχω πει εγώ ο ίδιος ή τα έχω ακούσει από τους γύρω μου. Η ταινία, βέβαια, δεν επικροτεί την άποψη ότι όλα παλιά ήταν ιδανικά – το αντίθετο. Δεν μπορώ, όμως, να μην επισημάνω αυτήν την αγωνία», λέει ο σκηνοθέτης.

Καθώς η ταινία έρχεται στο Cinobo, διαβάζουμε μερικά λόγια του Νικολά Μπεντό για το πώς του ήρθε αυτή η ιδέα, τι τον μάγεψε στη διαδικασία, και γιατί ήθελε τον Ντανιέλ Οτέιγ για πρωταγωνιστή.

Πώς γεννήθηκε η ιδέα για την ταινία;
Ήταν μια εικόνα που είχα στο μυαλό μου, ή μάλλον μια κατάσταση που βρήκα ταυτόχρονα αξιολύπητη και κωμική: φαντάστηκα έναν άνδρα, όχι στην πρώτη του νιότη, να τσακώνεται με τη σύζυγό του στο σπίτι τους. Εκείνη τον κατηγορεί για έλλειψη κοινωνικότητας, ανικανότητα να συμβαδίσει με την εποχή του, την τεχνολογία, τον Μακρόν, τα παιδιά τους κ.ο.κ. Ο άνδρας βγαίνει από την κουζίνα, διασχίζει τον διάδρομο και μπαίνει σε ένα μικρό δωμάτιο, όπου όλα -από τη διακόσμηση μέχρι τους δίσκους και τις βιντεοκασέτες- τον πηγαίνουν πίσω στη δεκαετία του ‘70. Είναι σαν μια προστατευτική φούσκα που έχει φτιάξει για τον εαυτό του, εκεί μπορεί να υποχωρήσει στο παρελθόν. Αυτή ήταν η εικόνα: ένας άνδρας που ζορίζεται στο παρόν και βρίσκει καταφύγιο σε μια περίοδο, οι κωδικοί της οποίας νιώθει ότι τον καθησυχάζουν και τον προστατεύουν. Αυτός ο άνδρας έχει στοιχεία από διάφορους ανθρώπους γύρω μου, όπως και από τον πατέρα μου, αλλά και εμένα τον ίδιο.Ήθελα να κινηματογραφήσω τον ίλιγγο που ορισμένες φορές νιώθω γύρω μου, αυτήν την ψυχολογική ήττα και το αντίδοτό της, ταυτόχρονα γελοίο αλλά και συγκινητικό.

Άρα υπάρχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία στην ιστορία;
Ναι και όχι, όπως και στην προηγούμενη ταινία μου. Οι ιστορίες που αφηγούμαι είναι εντελώς φανταστικές. Στο παρελθόν, δανειζόμουν αρκετά στοιχεία από την ζωή μου στο βαθμό που δημιουργήθηκε μία σύγχυση, η οποία κάπως με κούρασε. Παρόλο που η ταινία, λοιπόν, είναι έργο μυθοπλασίας, χρειάζεται να έχω αρκετή οικειότητα για τους χαρακτήρες, την προσωπικότητά τους, τα συναισθήματά τους, όλα. Κι αυτό για ένα πολύ απλό λόγο: αυτό προσδίδει ένα άλλο βάθος και ουσία στα δύο χρόνια δουλειάς που παίρνει μια ταινία.

Ποια είναι η ιδανική ισορροπία ανάμεσα σε μυθοπλασία και πραγματικότητα;
Δυσκολεύομαι να απαντήσω σε αυτό. Αν μια σκηνή δεν αγγίζει κάτι που με επηρεάζει προσωπικά, τείνω να απομακρύνομαι από αυτήν. Αν απλώς αναπαράγει ένα πραγματικό συμβάν, ούτε αυτό μου λέει κάτι. Απλώς από τότε που ήμουν πολύ μικρός, είχα έναν παθολογικό φόβο μήπως τα συναισθήματα και οι αναμνήσεις μου αρχίζουν να ξεθωριάζουν. Ψάχνω -μάταια- μέσα από τη μυθοπλασία να βρω τρόπους να ανακτήσω την ένταση μιας ανάμνησης ή ακόμη και κόλπα που θα μας επιτρέψουν να συμφιλιώσουμε όλα τα θραύσματα των εμπειριών μας.

Γιατί νιώσατε την ανάγκη να μιλήσετε για αυτήν τη νοσταλγία που καθορίζει την ιστορία;
Γιατί την προσέχω παντού γύρω μου, ακόμη και στους πιο ένθερμους προοδευτικούς. Η σταδιακή εμφάνιση του πολιτικού μανιχαϊσμού, η ανεξέλεγκτη τεχνολογική πρόοδος, ο κατακερματισμός της προσοχής μας και άρα η έλλειψη μιας συλλογικά μοιρασμένης πολιτιστικής εμπειρίας: αυτοί και άλλοι παράγοντες έχουν συμβάλει στην εμφάνιση αντανακλαστικών, αν όχι αντιδραστικών, τότε σίγουρα νοσταλγικών. Όλα αυτά για τα οποία γκρινιάζει ο πρωταγωνιστής της ταινίας, τα έχω πει εγώ ο ίδιος ή τα έχω ακούσει από τους γύρω μου. Η ταινία, βέβαια, δεν επικροτεί την άποψη ότι όλα παλιά ήταν ιδανικά – το αντίθετο. Δεν μπορώ, όμως, να μην επισημάνω αυτήν την αγωνία. Υπάρχει, επίσης, ένας κάποιος ναρκισσισμός στην απόρριψη του παρόντος εκ μέρους του Βικτόρ: αναπολεί την εποχή που ήταν νέος, όταν ερωτεύτηκε, όταν έμαθε να περνάει καλά – όταν, με λίγα λόγια, έβρισκε τον εαυτό του πιο ελκυστικό.

Αναπαραγωγή Βίντεο

Γιατί επιλέξατε τον Ντανιέλ Οτέιγ για τον ρόλο του Βικτόρ;
Ήταν προφανής επιλογή. Χρειαζόμουν έναν ηθοποιό με τον οποίο οι θεατές θα ταυτίζονταν εύκολα κι από την αρχή. Και το σενάριο ταλαντεύεται συχνά ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα, μερικές φορές μες στην ίδια σκηνή. Σπανίως ηθοποιοί μπορούν να ανταποκριθούν σε μια τέτοια πρόκληση. Ήξερα, όμως, ότι ο Ντάνιελ θα τα κατάφερνε. Έχει, εξάλλου, κάτι το διαχρονικό στην εμφάνισή του, κάτι που σήμαινε ότι δεν θα φαινόταν γελοίος με τα ρούχα της δεκαετίας του ‘70 ή όταν ερωτεύεται τη νεαρή κοπέλα. Και ο Ντάνιελ αγάπησε πολύ τον ρόλο, κάθε μια ατάκα σήμαινε πολλά γι’ αυτόν. Μοιραστήκαμε μερικές πολύ δυνατές στιγμές, και γέλιου και δακρύων.

*Η ταινία «Ραντεβού στο Belle Epoque» του Νικολά Μπεντός είναι διαθέσιμη για streaming στο Cinobo.

Ετικέτες
Μοιράσου το άρθρο
Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Πρόσφατα άρθρα