Η «Τριλογία των Γυναικών» του Σταύρου Τσιώλη ήρθε στο Cinobo

Τάσος Μελεμενίδης

Μια αναδρομή σε όσα πέτυχε ο δημιουργός με την περίφημη τριλογία του.
Η περίπτωση του Τσιώλη μάλλον δεν έχει προηγούμενο στο εγχώριο σινεμά. Παιδί της Finos Films, βοηθός του Δαλιανίδη, έκανε δικές του ταινίες στo τέλος της χρυσής περιόδου της εταιρείας και έπειτα σταμάτησε για μια 15ετία, όπου εργάστηκε κυρίως ως πωλητής ειδών λαϊκής τέχνης. Στη Finos του είχαν πει ότι είναι γεννημένος για κωμωδίες και ότι θα έπρεπε να ασχοληθεί σοβαρότερα με αυτές.
Επανήλθε στον χώρο το 1985 με το Μια Τόσο Μακρινή Απουσία, μια ταινία που θριάμβευσε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, και συνέχισε κάνοντας πολύ προσωπικές δουλειές, όχι όμως αυτές για τις οποίες ήταν «γεννημένος», τουλάχιστον μέχρι να έρθει το Παρακαλώ Γυναίκες μην Κλαίτε. Η φιλία που ξεκινά με τον Χρήστο Βακαλόπουλο, αλλά και τον Αργύρη Μπακιρτζή τους φέρνει στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Αρκαδία. Στα βουνά της θα φτιάξουν μια κωμωδία που δεν έμοιαζε με τίποτε άλλο εκείνη την περίοδο.
Με τον υπότιτλο «Μια Έγχρωμη Κωμωδία», το Παρακαλώ Γυναίκες Μην Κλαίτε ήταν η αρχή μιας ιδιοσυγκρασιακής τριλογίας, από τις σπάνιες περιπτώσεις που ένας Έλληνας σκηνοθέτης επιχείρησε κάτι αντίστοιχο. Πρόκειται για την ιστορία του Θεοφάνη (Δημήτρης Βλάχος) και του Θεοδόση (Αργύρης Μπακιρτζής), δυο αγιογράφων, τους οποίους αναμένουν με ανυπομονησία οι επίτροποι της εκκλησίας ενός χωριού. Άφραγκοι και περιφερόμενοι ως νομάδες, θα σταματήσουν το ταξίδι τους σε μια παλιά εκκλησία, όπου θα εγκατασταθούν προσωρινά. Κατά τη διαμονή τους εκεί θα εμφανιστούν γυναίκες που προσπαθούν να ξεχάσουν το παρελθόν τους και ψάχνουν μια νέα ζωή, πλανόδιοι πωλητές, βοσκοί, φαντάσματα, λαϊκές ορχήστρες και φιλαρμονικές.
Οι διάλογοι δεν είναι ακριβώς ξεκαρδιστικοί, αλλά ενέχουν ένα υπόγειο, ραφινάτο χιούμορ, ολότελα ξένο με τις μορφές που το εκφέρουν – μια αντίθεση που υπογραμμίζει τη διττή υπόσταση των κεντρικών χαρακτήρων. Μπαγαπόντηδες αλλά και τίμιοι, μπατίρηδες αλλά και αριστοκράτες, κλέφτες παγκαριού αλλά και θεοσεβούμενοι, μιλούν ταυτόχρονα απαξιωτικά και με ύμνους για τις γυναίκες.
Αυτή η τελευταία αντίφαση θα γίνει σήμα κατατεθέν των επόμενων ταινιών του Τσιώλη: η ασταμάτητη ανάγκη για την κατανόηση του γυναικείου ψυχισμού από μια σειρά ετερόκλητων ανδρών, οι οποίοι, όσο υποτιμητικά και αν μιλήσουν γι' αυτές, στο τέλος καταλαβαίνουν πως αυτή τους η υποτίμηση δεν υπήρξε τίποτα άλλο παρά προϊόν του παράφορου έρωτά τους για εκείνες.
Μια εξαετία μετά, το σωτήριο έτος 1998, ο Τσιώλης υπογράφει το Ας Περιμένουν οι Γυναίκες και γράφει ιστορία. Ο συμπληρωματικός υπότιτλος αυτή τη φορά είναι «Μια Καλοκαιρινή Μακεδονική Κωμωδία». Η δράση της ταινίας ακολουθεί 3 μπατζανάκηδες (Ζουγανέλης, Μπακιρτζής, Μπουλάς) που αφήνουν τη Θεσσαλονίκη για τη Θάσο, όπου τους περιμένουν οι γυναίκες τους για καλοκαιρινές διακοπές, αλλά δεν φτάνουν ποτέ, καθώς ζουν μια νεοελληνική Οδύσσεια, χαμένοι ανάμεσα σε υπαρξιακές και πολιτικές αναλύσεις. Στο ταξίδι τους θα συναντήσουν γυναίκες-μάγισσες, θα περάσουν από τη Σκύλλα του καζίνο, και τη Χάρυβδη του ΠΑΣΟΚ και θα ακούσουν το τραγούδι των Σειρήνων, που παίζει πάντα από CD και ποτέ από ραδιόφωνο.

Η ταινία πέτυχε στην εποχή της, αλλά κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί αυτό που θα συνέβαινε μια δεκαετία αργότερα και κρατά μέχρι σήμερα. Το φιλμ ξεπέρασε κατά πολύ το όνομα και το έργο του Τσιώλη, καθώς το ανέβασμα των κορυφαίων στιγμών του σε μικρά βίντεο στο Υoutube, παράλληλα με την ξαφνική τάση επιστροφής στο cult που ξεκίνησε στα πρώτα χρόνια της κρίσης, μετέτρεψε την τριάδα της ταινίας σε προφήτες, και η εύστοχη κριτική του Τσιώλη για τα βελούδινα '90s θα γινόταν κάτι σαν εθνικό κειμήλιο. Ναι, η λατρεία αυτή αναπτύχθηκε και από ένα κοινό που είχε ανάγκη να βρει εκείνους που «τα έλεγαν τότε, αλλά δεν τους ακούγαμε». Χωρίς να ευθύνεται γι' αυτό η ίδια η ταινία, που κατά το μεγαλύτερο μέρος της είναι απολαυστική, έγινε εξαιρετικά δημοφιλής σε κόσμο που πιθανότατα δεν την έχει δει ολόκληρη και δεν έχει μπει στον κόπο να βρει άλλη ταινία του σκηνοθέτη.
Πριν η ταινία ξεκινήσει τη δεύτερη ζωή της, ο Τσιώλης συνέχισε το δρόμο του με το Φτάσαμεε! (2004) και από τότε παρέμενε κινηματογραφικά σιωπηλός. Η ξαφνική είδηση των γυρισμάτων του Γυναίκες που Περάσατε από Δω, για τα οποία δημιουργήθηκε και καμπάνια crowdfunding, συνοδεύτηκε από ένα εύλογο ερώτημα. Θα έκλεινε μια τριλογία ή θα βλέπαμε ένα remake του Ας Περιμένουν οι Γυναίκες λόγω της ύστερης, πρωτοφανούς δημοφιλίας του; Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την κινηματογραφική εντιμότητα του Τσιώλη, ο οποίος, όπως ήταν φυσικό, ασχολήθηκε αποκλειστικά με την πρώτη αποστολή, δηλαδή την ολοκλήρωση ενός σύμπαντος πονεμένων και συμπονετικών αρσενικών, πεισματικά αμαρτωλών, αιώνια ερωτευμένων με το γυναικείο φύλο, μα παντελώς αδύναμων στη διαχείριση των συναισθημάτων τους γι’αυτό.
Ο υπότιτλος αυτής της ταινίας είναι «Μια Ακίνητη Κωμωδία Δρόμου». Οι δυο πρωταγωνιστές της (Κωνσταντίνος Τζούμας, Ερρίκος Λίτσης) έχουν αράξει σε ένα συγκεκριμένο σημείο της Αθήνας και γύρω τους περαστικοί περιγράφουν τα ταξίδια τους στον χωροχρόνο. Χρησιμοποιούν τον χώρο σε αντιστοιχία με τους αγιογράφους της πρώτης ταινίας. Το δικό τους καταφύγιο είναι δυο καρέκλες κι ένα τραπέζι. Με την Αθήνα να απλώνεται πίσω τους, γίνονται παραλήπτες ιστοριών για ατυχή προξενιά, σατράπηδες συζύγους, που δεν έχουν καταλάβει πόσο τυχεροί είναι, και έρωτες που θα ζήλευαν και οι δημιουργοί του μαγικού ρεαλισμού. Είναι άριστοι ακροατές, τοποθετούνται χιουμοριστικά, χαμογελούν φιλικά και στοχάζονται για τη ζωή και τον έρωτα, έχοντας πάντα στο τέλος έναν καλό λόγο για τους πρωταγωνιστές των περιπετειών.
Η περίφημη ατάκα του Μπακιρτζή από το Ας Περιμένουν οι Γυναίκες, «διότι οι άνθρωποι δε συγχωρούν αυτούς που από έρωτα εκπέσανε», είναι η βασική πρωταγωνίστρια στα δράματα που εξιστορούνται εδώ, με τα λόγια του Τσιώλη να λειτουργούν ως βάλσαμο για τους ηττημένους ήρωές του. Με έντονο απολογιστικό χαρακτήρα, η ταινία του υπενθυμίζει τις βασικές αρχές όσων προσπάθησε να μας πει ο σκηνοθέτης από τα βουνά της Αρκαδίας στις αρχές των ‘90s: η ζωή μας φέρνει συχνά αντιμέτωπους, συναισθήματα και συμφέροντα γεννούν κρίσεις και δράματα, στο τέλος όμως η συγχώρεση είναι μονόδρομος – αν θέλουμε να λεγόμαστε άνθρωποι. Στη βάρκα του Τσιώλη άνδρες και γυναίκες βρίσκονται σε πλήρη αλληλεξάρτηση, είναι ισότιμοι συνεπιβάτες ενός ταξιδιού στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης. Και η τριλογία του είναι, κατά κάποιο τρόπο, μια Κιβωτός με όσα πρέπει να κρατήσουμε από αυτή την περίοδο.
Διαθέσιμη στο Cinobo
Η συλλογή «Σταύρος Τσιώλης: Η Τριλογία των Γυναικών» είναι διαθέσιμη στο Cinobo









