Nouvelle vague και σκυλάδικα
Η ταινία που έδωσε μια νέα ώθηση στο έργο του Παναγιωτόπουλου (και είναι μάλλον η καλύτερη της δεύτερης αυτής περιόδου του), παρά τη συγγένεια του θέματός της με τον κοινωνικό ρεαλισμό, είναι κατά παράδοξο τρόπο η πιο «νεοκυματική» του ίσως ταινία, αν κρίνει κανείς από την ενέργεια και την παιγνιώδη διάθεση που έχουν οι δύο πρωταγωνιστές (αλλά και, γενικότερα, το ύφος της ταινίας). Όσο ρεαλιστικά κι αν αποδίδεται η ατμόσφαιρα των επαρχιακών σκυλάδικων (σαφώς περισσότερο από το πιο εξευγενισμένο «Βιετνάμ» του Βούλγαρη), αυτό που κυριαρχεί στην ταινία δεν είναι τα δεσμά με τα οποία δένει η κοινωνία τα όνειρα των ηρώων αλλά η δική τους επιμονή στη διεκδίκησή τους: η έμφαση δεν είναι στα αεροπορικά ταξίδια που δεν μπορούν να κάνουν αλλά στην επιμονή τους να κοιτάν από τις ταράτσες τα αεροπλάνα που πετούν ή το λιμάνι του Πειραιά. Κι αν οι ερμηνείες τους είναι τόσο «μονοκόμματες», χωρίς ρεαλιστικές μεταπτώσεις, είναι ίσως γιατί βιώνουν την κάθε τους νύχτα σαν την (πρώτη και) τελευταία.




