Ο Παναγιώτης Ευαγγελίδης μας μιλά για το «Λάμπουν στο Σκοτάδι»

Το Cinobo σε συνεργασία με την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου παρουσιάζει την πλήρη συλλογή των βραβευμένων ντοκιμαντέρ των Ίρις της δεκαετίας των ’10s και ζητά από τους βραβευμένους δημιουργούς των ταινιών να “προλογίσουν” το έργο τους. Ο Παναγιώτης Ευαγγελίδης μας μιλά για το «Λάμπουν στο Σκοτάδι».

«Τα γυρίσματα πάντα με εκπλήσσουν, είναι (σαν τις) ανθρώπινες σχέσεις, κάθε στιγμή εξελίσσονται και πρέπει να μάθεις να κρατάς το τιμόνι ώστε να σε βγάλει κάπου αυτή η ναυσιπλοΐα».

Δύο οροθετικοί μεσήλικοι άντρες και πρώην εραστές, ξαναβρίσκονται ύστερα από είκοσι χρόνια και αποφασίζουν να ενώσουν τις ζωές τους. Απένταροι, φτάνουν στη Νέα Ορλεάνη αμέσως μετά τον τυφώνα Κατρίνα και προσπαθούν να επιβιώσουν φτιάχνοντας και πουλώντας κουκλάκια.

Η ταινία συνδέει προσωπικά βιώματα με τον χώρο και τους ανθρώπους σε ένα ντοκιμαντέρ-ύμνο στην αλληλοϋποστήριξη, που τιμήθηκε με το βραβείο Ίρις Καλύτερου Ντοκιμαντέρ της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου το 2014. Ο δημιουργός Παναγιώτης Ευαγγελίδης συστήνει στους συνδρομητές του Cinobo την ταινία του με δικά του λόγια.

Για την αρχική του ιδέα:

Εκείνο που με τραβάει σχεδόν αποκλειστικά και μπαίνω στην διαδικασία να κάνω ένα ντοκιμαντέρ είναι οι άνθρωποι, η προσωπικότητά τους, ο χαρακτήρας τους, η ζωή τους. Μ’αυτή την έννοια οι ταινίες μου δεν είναι “θεματικές” αλλά καθαρά ανθρωποκεντρικές. Και στην συγκεκριμένη με τράβηξε ο πρωταγωνιστής, ο Μάικλ, και ήθελα να τον αποτυπώσω και για μένα αλλά και για να τον μοιραστώ με την υπόλοιπη ανθρωπότητα, αν μπορώ να το πω έτσι.

Τον Μάικλ τον γνώριζα επειδή είχε ζήσει στην Ελλάδα κάποια στιγμή και κάναμε λίγη παρέα. Μετά από χρόνια μου έστειλε από την Αμερική ένα βιβλίο που είχε γράψει και από εκείνη την στιγμή γεννήθηκε η ιδέα και η επιθυμία να κάνω μια ταινία μαζί του και γι’αυτόν.

Για την δημιουργική διαδικασία:

Δεν έχω κανένα σενάριο στο μυαλό μου όταν ξεκινάω ένα ντοκιμαντέρ. Ξέρω ότι η πραγματικότητα θα τα ανατρέψει και θα τα προσφέρει όλα από μόνη της οπότε παραδίνομαι στην διαδικασία και σ’αυτό που προκύπτει κάθε μέρα και κάθε στιγμή. Όταν με κάποιο τρόπο αισθανθώ ότι έχω το υλικό που θα ήθελα και αποφασίσω να ολοκληρώσω την διαδικασία γυρισμάτων τότε κάνω το σενάριό μου από αυτό που είναι ήδη πλέον στα χέρια μου.

Οπότε υπάρχει ένα πρώτο σενάριο που δεν είναι δικό μου και το ακολουθώ όπως μου έρχεται απ’έξω στα γυρίσματα και ένα δεύτερο που πλέον είναι μόνο δικό μου και είναι η κατασκευή της ταινίας από το υλικό που έχω.

Τα γυρίσματα πάντα με εκπλήσσουν, είναι (σαν τις) ανθρώπινες σχέσεις, κάθε στιγμή εξελίσσονται και πρέπει να μάθεις να κρατάς το τιμόνι ώστε να σε βγάλει κάπου αυτή η ναυσιπλοΐα. Στην περίπτωση του “Λάμπουν στο Σκοτάδι” η έκπληξη ήταν ότι με το που έφτασα στην Νέα Ορλεάνη είδα ότι ο Μάικλ δεν ζούσε μόνος του αλλά μαζί με τον Τζιμ. Αμέσως η ταινία απέκτησε δύο πρωταγωνιστές, πράγμα που εγώ αγνοούσα εντελώς.

Για τη θέση του ντοκιμαντέρ στο σημερινό κινηματογραφικό σκηνικό:

Το ντοκιμαντέρ στην εποχή μας έχει γίνει τόσο πολυποίκιλο που καλύπτει από μόνο του πολλά κινηματογραφικά είδη. Είναι και ταινία παρατήρησης, είναι και μυθοπλασία, είναι και πολιτικό εργαλείο, είναι και μέσο πειραματισμού και σύνθεσης πολλών ειδών. Μ’αυτή την έννοια γίνεται όλο και πιο σημαντικό και ορατο στο κινηματογραφικό τοπίο.

Για μένα η αμεσότητα του ντοκιμαντέρ είναι δύσκολο να ξεπεραστεί από μία ταινία μυθοπλασίας. Ελάχιστες ταινίες μυθοπλασίας με βυθίζουν μέσα τους και με εμπνέουν στην ζωή και την τέχνη μου -είναι συνήθως αυτές που βαφτίζουμε μεγάλα αριστουργήματα του κινηματογράφου ή κάποιες που αγγίζουν ιδιαίτερές μου χορδές- με τον τρόπο που ένα πολύ καλό ντοκιμαντέρ μπορεί το κάνει.

Μοιράσου το άρθρο
Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest