Ο Φίλος Μου Ο Larry Gus: Πώς δύο φίλοι δημιούργησαν το πιο true μουσικό documedy

My friend larry gus

Ο Βασίλης Κατσούπης είναι σκηνοθέτης κι ο Παναγιώτης Μελίδης (aka Larry Gus) είναι μουσικός. Αλλά πιο σημαντικά, οι δυο τους είναι φίλοι. Κι αυτή η ταινία, περισσότερο από ένα μουσικό ντοκιμαντέρ (ή ένα ντοκιμαντέρ για έναν μουσικό, που τελικά είναι διαφορετικά πράγματα) είναι ένα πρότζεκτ μεταξύ φίλων.

Ένα docucomedy ενηλικίωσης, μια προσπάθεια ενός αγοριού να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα, ένα πορτρέτο μιας μοναδικής, εναλλακτικής περσόνας; Όλα αυτά και κάτι παραπάνω.

Το ‘Ο Φίλος Μου ο Larry Gus’ ξεκίνησε ως μια καταγραφή μιας στιγμής που όλοι περίμεναν πως ίσως άλλαζε την καριέρα ενός ανερχόμενου μουσικού, αλλά εξελίχθηκε σε κάτι περισσότερο, σε κάτι διαφορετικό. Σε ένα ξεκαρδιστικό, ιδιοσυγκρασιακό ημερολόγιο ενηλίκωσης, από έναν φίλο στον άλλον. Μέσα από μια δύσκολη διαδικασία παραγωγής που κράτησε 5 χρόνια, μέσα από απρόσμενες εξελίξεις εκτός του ελέγχου των δημιουργών και μέσα από απρόοπτα που συμπεριλάμβαναν την απώλεια ενός μεγάλου μέρους του υλικού, η ταινία τελικά έγινε πραγματικότητα.

Ταξίδεψε στο Κάρλοβι Βάρι, παίχτηκε στις Νύχτες Πρεμιέρας, και παραμένει μια από τις μοναδικές, αστείες και ειλικρινείς καταθέσεις του ελληνικού σινεμά των τελευταίων χρόνων.

Το Cinobo φέρνει σε πανελλήνια πρεμιέρα την ταινία κι εμείς μιλήσαμε με τους δύο φίλους, τον Βασίλη (που σκηνοθέτησε) και τον Παναγιώτη (που πρωταγωνίστησε) για το πώς γεννήθηκε αυτό το μοναδικό ντοκιμαντέρ.

My friend larry gus

Θυμάστε πώς ξεκίνησε η ταινία; Προφανώς ξεκινώντας δεν γνωρίζατε τι επρόκειτο να συμβεί οπότε δραματουργικά υπήρχε φυσικά αμφιβολία. Αλλά ποιος ήταν αρχικά ο στόχος; Και πώς μπήκε μπροστά το πρότζεκτ;

Βασίλης Κατσούπης: Όλο ξεκίνησε από μια κουβέντα, όταν ο Παναγιώτης μου είπε καταχαρούμενος ότι η Stonesthrow του ζήτησε να γράψει μουσική γι’αυτούς. Είδα έναν άνθρωπο τη στιγμή ακριβώς που ανοιγόταν μπροστά του η ευκαιρία να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα. Και σκέφτηκα “λες να το καταγράψουμε;”.

Του το είπα. Συμφώνησε.

Παναγιώτης Μελίδης: Καθισμένος σε μια πάνμικρη αλλα σούπερ κιουτ κουζίνα στη Ζαϊμη, ακριβώς πίσω από το μουσείο, ακριβώς δέκα χρόνια μετά, σκέφτομαι ότι προφανώς όλο ξεκίνησε από ιδέα του Βασίλη. Εγώ μόλις είχα φύγει από Βαρκελώνη και γύρισα Βέροια για να γράψω ένα δίσκο “επιτέλους αφοσιωμένος”. Βρεθηκαμε στο Βόλο με τον Κατσούπη για να κάνουμε απλώς παρέα, και μου ειπε “σκέφτομαι η ταινία μου να είσαι εσύ”, ή κάτι άλλο, ειπωμένο με παρόμοια λόγια. Αλλά μου αρέσει να το θυμάμαι έτσι, εντελώς ποιητικά. Είχαμε ήδη γυρίσει βίντεο κλιπ μαζί, ήξερε ήδη πόσο πολύ με έχει επηρεάσει και κυρίως πόσο πολύ με έχει βοηθήσει (και ακόμα με βοηθάει), οπότε κοιτάζοντας προς τα πίσω ακούγεται τελείως λογικό.

Βασίλης: Συναντηθήκαμε Βόλο 17 Νοέμβρη του 2010 και ξεκινήσαμε πειραματικά, με τις πρώτες ερωτήσεις, στα μέρη που μας ήταν οικεία. Φυσικά και δεν ξέραμε πού θα φτάσει όλο αυτό, ήταν ένα ταξίδι (πολλών χιλιομέτρων) στο άγνωστο. Ξεκίνησε από το Βόλο, πήγε Αθήνα, Βέροια, Μιλάνο, Νέα Υόρκη… και κατέληξε στην αναγνώριση. Αλλά δεν μας ένοιαζε. Μεταξύ μας ακόμη λέμε ότι μπορεί να ήταν και πιο ενδιαφέρον αν τελικά δεν γινόταν ποτέ τίποτα και η ταινία τελείωνε στο παιδικό του δωμάτιο στη Βέροια.

Πολλά ντοκιμαντέρ για μουσικούς θέλουν να λένε πως είναι “περισσότερο από ένα μουσικό ντοκιμαντέρ” αλλά σε αυτή την περίπτωση είναι μάλλον εμφανές ως πρόθεση. Δεν βλέπουμε πολλές σκηνές δημιουργίας μουσικής και στο λάιβ είναι σχεδόν σαν η ταινία να αποφεύγει συνειδητά το ίδιο το περφόρμανς, εστιάζοντας στα τριγύρω. Γιατί επιλέξατε αυτή την προσέγγιση;

Βασίλης: Φαντάσου ότι στην αρχική μου σκέψη, δεν υπήρχε καν ούτε αίσθηση μουσικής – η μουσική θα ήταν ο άγνωστος παράγοντας. Τελικά, μιας και είναι το δραματουργικό εργαλείο της πλοκής, αποφάσισα να μην αφήσω τον θεατή στη σιωπή.

Αλλά, η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελα πότε να κάνω μία ταινία για έναν μουσικό. Ήθελα να κάνω μια ταινία για έναν χαρακτήρα, για έναν φίλο μου, που τυχαίνει να είναι μουσικός. Το θέμα της δεν είναι η μουσική, αλλά το struggle. Σκιαγραφεί μία κοινή μεθοδολογία προσπάθειας για όσους βρίσκουν τα κότσια να κάνουν κάτι που οι άλλοι δεν καταλαβαίνουν, που δεν εκπληρώνει απαραίτητα το αστικό όνειρο των γονιών, που θέλει θυσίες κι εμμονική αφοσίωση, ανεξάρτητα από το αν είναι τέχνη, επάγγελμα, ή οποιοσδήποτε άλλος προσωπικός στόχος.

Κι αυτό ήταν κι ένα θέμα ως προς την κατάταξη του ντοκιμαντέρ στα φεστιβάλ – ένα ντοκιμαντέρ για έναν μουσικό είναι απαραίτητα ένα μουσικό ντοκιμαντέρ; Κατά τη γνώμη μου, είναι περισσότερο docucomedy – κι αυτό δεν ξέρω βέβαια αν είναι κάτι περισσότερο ή λιγότερο από μουσικό ντοκιμαντέρ, αλλά είναι σίγουρα άλλο.

Παναγιώτης: Όλα τα δημιουργικά διλήμματα προς αυτήν την κατεύθυνση λύθηκαν πανεύκολα, μόνο και μόνο επειδή είμαι ένας πραγματικά κακός μουσικός, με την κυριολεκτική έννοια του όρου. Το αστείο είναι ότι και τώρα ακόμα, όλα τα αφηγήματα που περιλαμβάνουν εμένα και την μουσική μου, καταλήγουν να αναφέρονται σε ένα εγγενές τίποτα καθώς η μουσική μου δεν είναι άξια καταγραφής σε τρίτο μέσο.

Δομικά, πώς εξελίχθηκε η ταινία ως ιστορία; Αν κάποιος δεν ξέρει τι βλέπει, μοιάζει με κανονικότατη ταινία Σάντανς, για έναν τύπο έξω από το mainstream που προσπαθεί να πραγματοποιήσει το όνειρό του.

Βασίλης: Έχοντας τόσο πολύ footage μετά από 5 χρόνια γυρισμάτων, το υλικό ήταν ένα χάος. Έκοβα κι έραβα και κάθε φορά μου φαινόταν ακόμη πιο χαοτικό. Ήμουν πολύ συναισθηματικά δεμένος με όλο αυτό και δεν μπορούσα να το δω καθαρά. Χρειαζόταν κάποιος που θα μπορούσε να το δει με αντικειμενική αυστηρότητα και κινηματογραφική ακρίβεια. Ευτυχώς κάπου εκεί αναζήτησα τον Γρηγόρη Ρέντη που έκανε το μοντάζ της ταινίας. Με το δομημένο του κεφάλι και απίστευτη δουλειά, με βοήθησε να το βρούμε.
Καταλήξαμε μαζί στο κλασικό 3-act-structure της δραματουργίας: Αναδιοργανώσαμε όλο αυτό το υλικό με βάση τα acts – πετάξαμε πολύ ακόμη με πολύ hoarding guilt – και προσπαθήσαμε να κρατήσουμε την αισθητική που θέλαμε για την ταινία, το flair του Μελίδη, και την αίσθηση ότι όλο αυτό είναι ένα παιχνίδι μεταξύ φίλων.

Παναγιώτης: Aπό την αρχή έλεγα στον Βασίλη ότι το ιδανικό τέλος θα ήταν να έτρωγα συνεχόμενα άκυρα από παντού, και απλώς να κατέληγα όντως να δουλεύω στην τράπεζα ή σε κάποιο ξενοδοχείο (μία πιθανή επιλογή η οποία σκέφτομαι ότι ίσως και να με έσωζε τώρα που έχω ένα παιδί, μάλλον σίγουρα θα με έσωζε, αλλά δεν μπορώ ποτέ να είμαι σίγουρος). Το αληθινό πρόβλημα είναι όμως ότι οι αποτυχίες δεν είναι ποτέ τρανταχτές, δεν μπορείς με τίποτα να βάλεις μία βούλα και να πεις “να το, εδώ είναι το τέλος, εδώ είναι το μηδέν, εδώ είναι ο πάτος”. Τα κακά πράγματα συμβαίνουν συνέχεια, οι άσχημες εξελίξεις απλώς πραγματώνονται στο διηνεκές, η χειρότερη στιγμή είναι ήδη τώρα, αλλά είναι αδύνατο να αποδεχτείς ότι το χειρότερο σενάριο έχει ήδη πραγματοποιηθεί. Νομίζω μερικές φορές ότι είναι απλώς μία ενσωματωμένη άρνησή.

Ποιο ήταν το μεγαλύτερο απρόοπτο κατά τα γυρίσματα;

Βασίλης: Όταν πήγα να κάνω backup τον πρώτο σκληρό από τα πρώτα γυρίσματα, κράσαρε το σύστημα. Όλα τα πρώτα γυρίσματα πήγαν χαμένα, εκτός από κάποια σκόρπια βιντεάκια που είχα στον υπολογιστή. Ήταν σαν κακό ανέκδοτο. Σκέφτηκα προς στιγμήν να το παρατήσω.

Παναγιώτης: Χάσαμε το περιεχόμενο μιας κάρτας με κάτι φοβερές βόλτες στην Βέροια, αλλά ούτως ή άλλως υπήρχαν και άλλες φοβερές βόλτες στην Βέροια. Επίσης, έκανα την Ημαθία στο χέρι μου χωρίς να το πω στον βασίλη από πιο πριν, και το μετάνιωσα λίγο, εννοώ σίγουρα ένιωσα άσχημα. Επίσης, σε δεύτερη σκέψη, επειδή ακριβώς αφηγηματικά όλο στήθηκε με έναν ad-hoc τρόπο, ό,τι και να συνέβαινε, δεν είχε ποτέ πρόσημο, και με έναν meta τρόπο μπορούσε πάντα να ενταχθεί πιθανώς στην ιστορία

Σε τι βαθμό προετοιμάζατε τα πράγματα που βλέπουμε τελικά στην οθόνη και σε τι βαθμό η προσέγγιση εμπεριείχε και μια δόση “ο Μελίδης κάτι ενδιαφέρον θα κάνει;”

Βασίλης: Φυσικά ξέραμε ότι υπήρχαν θέματα που θέλαμε να καλύψουμε (οι σχέσεις, οι εμμονές, η Βέροια), αλλά από κει και πέρα λειτούργησε λίγο σαν τζαζ σχήμα. Είχαμε αυτόν τον κορμό και όλα τα άλλα ήταν αυτοσχεδιασμοί: Εγώ έβλεπα ένα setting πoυ μ΄ άρεσε έλεγα “εδώ”. Ο Παναγιώτης έλεγε: Βόλτα με τα παιδιά στη Βέροια και έκανε ό,τι κάνει πάντα – σχεδόν πάντα διαστρεβλωματικά ενδιαφέρον. Αλλά ως προς το περιεχόμενο, δεν προετοιμάζαμε τα πράγματα, τα καταγράφαμε για πρώτη φορά όπως ήδη συνέβαιναν.

Παναγιώτης: Θυμάμαι πως ό,τι και να γινόταν στην ζωή μου εκείνη την περίοδο, από τα πιο σημαντικά μέχρι τα εντελώς αδιάφορα, και παρόλο που ο Βασίλης είναι εδώ και 20 χρόνια ένας από τους πιο πιο πιο κοντινούς, αδερφικούς μου φίλους, περίμενα πάντα να ανοίξει την κάμερα για να του τα πω. Δεν χρειάστηκε στα αλήθεια ποτέ να προσχεδιάσουμε κάτι. Επίσης βοήθησε πάρα πολύ σε όλη την διαδικασία ο Στράτος Τσιπουρλιάνος, επίσης αδερφικός φίλος, με τον οποίον μπορούσαμε και μιλούσαμε για αυτά για ώρες, και κυρίως στα γυρίσματα στην Ημαθία, έφτιαχνε πάντα το πιο σωστό πλαίσιο για να έρθουν όλα και να κάτσουν τέλεια. Δεν θα υπήρχε η ταινία αν δεν ήταν ο Στράτος.

Τι έχει η Βέροια που δεν έχει η Βαρκελώνη και τι έχει η Βαρκελώνη που δεν έχει η Βέροια;

Παναγιώτης: Το πιό παράξενο είναι ότι παρόλο που σιχαινόμουν την Βαρκελώνη τότε και ήθελα να φύγω τρέχοντας, με χαρά θα επέστρεφα τώρα, καθώς το confabulation ήρθε και τα έβαλε όλα στη (λάθος) θέση τους για άλλη μια φορά.

Πώς ήταν η εμπειρία του Κάρλοβι Βάρι; Και σαν Φεστιβάλ με εσάς καλεσμένους αλλά και ως προς την υποδοχή του φιλμ. Θυμάστε κάτι που σας έκανε μεγαλύτερη εντύπωση;

Παναγιώτης: Θυμάμαι να είμαστε με τον Βασίλη καθισμένοι σε ένα παγκάκι μόνοι μας, εντελώς μακριά από το φεστιβαλικό action, όχι γιατί το θέλαμε, όσο γιατί πραγματικά δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Ήταν ένα εντελώς άγνωστο σύμπαν για μένα, και ακόμα είναι εννοείται. Σκέφτομαι πως αν είχαμε νοικιάσει ένα αμάξι και κόβαμε βόλτες μόνοι μας θα ήταν το ίδιο με το να είμαστε είτε στο Βόλο ή στη Νέα Υόρκη ή στη Κρύα Βρύση Πέλλας.

Βασίλης: Όταν πήγαμε Κάρλοβι Βάρι, συνέβαινε στην Ελλάδα το δημοψήφισμα για το μνημόνιο. Ήμασταν μπερδεμένοι και με κάποιον τρόπο δεν χαρήκαμε το φεστιβάλ. Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι ότι το Q&A κράτησε 1 1/2 ώρα. Κι ακόμη αναρωτιέμαι τι κατάλαβαν από μία ταινία μεταφρασμένη από τα ελληνικά στα αγγλικά κι απ’ τα αγγλικά στα τσέχικα… Μετά την προβολή, μας έπιασε ένα ζευγάρι και μας έκανε μια απίστευτη ανάλυση της ταινίας – μέσα από την κουβέντα είδα πράγματα που υπήρχαν στην ταινία, αλλά δεν τα είχα κατανοήσει. Κι αυτό είναι το μαγικό με το σινεμά: Στον καθένα, ανάλογα με το background του, ξυπνά διαφορετικές όψεις της ίδιας εικόνας. Κι όταν το ανακαλύπτεις, βλέπεις την ίδια ταινία ξανά και ξανά, διαφορετικά.

Η ταινία του Βασίλη Κατσούπη “Ο Φίλος μου ο Larry Gus” είναι διαθέσιμη για streaming στο Cinobo. 

Ετικέτες
Μοιράσου το άρθρο
Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Πρόσφατα άρθρα
Runaway Day Μπαβέλλας

Χαρτογραφώντας την Αθήνα του Runaway Day, με τον Δημήτρη Μπαβέλλα

Ο Δημήτρης Μπαβέλλας έκανε το προσωπικό του κινηματογραφικό ντεμπούτο με το “Runaway Day” το 2013 και οκτώ χρόνια μετά το Cinobo τον καλεί να επισκεφτεί ξανά τα ίδια μέρη όπου γυρίστηκαν κομβικές σκηνές της ταινίας.