Honeyland | Στη Γη του Άγριου Μελιού

Από τα πρώτα πλάνα αυτού του μοναδικού ταξιδιού «Στη Γη του Άγριου Μελιού» έχεις την αίσθηση ότι μεταφέρεσαι σε έναν τόπο μακριά από τις συμβάσεις και τις συνθήκες του πολιτισμού, ότι γίνεσαι μύστης σε μια μακραίωνη ιεροτελεστία, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από μια σοφία χρόνων μέσα σε ένα άγριο, αφιλόξενο κι όμως αρμονικό οικοσύστημα, εκεί όπου όλα διέπονται από τη δική τους οργανικότητα.

Στα κακοτράχαλα κι απάτητα βουνά της Βόρειας Μακεδονίας, λίγα χιλιόμετρα έξω από την πρωτεύουσα των Σκοπίων, η Χατιτζέ σκαρφαλώνει καθημερινά για να συλλέξει το μέλι από τα άγρια μελίσσια της, τα οποία εκτρέφει με τον παραδοσιακό και αρχέγονο τρόπο. Με ένα πρόσωπο, οι ρυτίδες και οι γωνίες του οποίου αντικατοπτρίζουν πλήρως το φυσικό τοπίο, και μια κορμοστασιά τσακισμένη από τα χρόνια και τις κακουχίες, αλλά και περήφανη μαζί, η Χατιτζέ δείχνει πολύ μεγαλύτερη από τα πενήντα της χρόνια, διατηρεί όμως και τη ζωτικότητα και τον ενθουσιασμό ενός νεαρού κοριτσιού.

Μοναδική συντροφιά της στο χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα παράπηγμα που κατοικεί είναι η υπερήλικη και κατάκοιτη μητέρα της, η οποία «έχει γίνει δέντρο» κατά τα λιγοστά λεγόμενά της, μια γάτα και ένας σκύλος. Και στις σποραδικές της επαφές με την κοινωνία, πηγαίνει στην πρωτεύουσα για να πουλήσει προς το ζην το μέλι της με αντάλλαγμα τα απαραίτητα τρόφιμα, αλλά και βαφή μαλλιών για εκείνη και τη μητέρα της, μια χιουμοριστική όσο και αναζωογονητική πινελιά κι απόδειξη ότι έχει κι αυτή ανάγκη για κάτι παραπάνω από τα στοιχειώδη.

Λιγοστές άλλες πληροφορίες δίνει αυτό το ντοκιμαντέρ των Ταμάρα Κοτέβσκα και Λούμπομιρ Στεφάνοφ, το πρώτο που βρέθηκε διπλά υποψήφιο για Όσκαρ ταινίας τεκμηρίωσης και διεθνούς ταινίας στην ιστορία του θεσμού. Δεν εξηγεί το πώς βρέθηκε μόνη της η Χατιτζέ σ’ αυτό το αχανές τόπίο. Δεν αναφέρει ότι είναι η τελευταία μελισσοκόμος που ακολουθεί αυτόν τον τελετουργικό τρόπο συλλογής μελιού στην Ευρώπη. Δεν αναφέρει ότι όλοι σχεδόν οι τουρκικής καταγωγής κάτοικοι της περιοχής εγκατέλειψαν τον τόπο τους μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο βάσει διεθνών συνθηκών. Αλλά κι αυτό είναι μια σοφή επιλογή.

Γιατί το σκηνοθετικό δίδυμο από τη Βόρεια Μακεδονία ανακάλυψε τη μοναδική πρωταγωνίστριά του τυχαία, όσο προσπαθούσε να γυρίσει ένα ντοκιμαντερ μικρού μήκους με άλλο θέμα στην περιοχή, και γοητεύτηκε αναπόφευκτα από αυτή, φτάνοντας στο σημείο να την παρακολουθήσει επί τρία χρόνια και να καταγράψει στιγμές από τη ζωή της μέχρι να ολοκληρώσει τα γυρίσματα. Αυτή η αμεσότητα με το πρωτογενές υλικό είναι εμφανής σε κάθε πλάνο, όπου χωρίς συνεντεύξεις, narration ή περιττές επεξηγήσεις παρουσιάζεται μια ζωή στο κέντρο των Βαλκανίων και ταυτόχρονα στην άκρη του κόσμου μέσα από σιωπές και ανεπαίσθητες λεπτομέρειες, με μια νατουραλιστική ειλικρίνεια και με τις υπέροχες, πανέμορφες, λυρικές και άγριες εικόνες να καλύπτουν τα όποια κενά αφήνουν οι λέξεις.

Κι όταν στο διπλανό κτήμα έρθει να εγκατασταθεί μια πολύβουη και πολυμελής οικογένεια νομάδων ομοεθνών της, αυτή η «εισβολή» θα αλλάξει τη ζωή και τις εύθραυστες ισορροπίες της Χατζιτζέ με τρόπους που ποτέ δεν περίμενε. Αρχικά θα ενθουσιαστεί με αυτή την απροσδόκητη ένεση κοινωνικότητας: θα παίξει με τα επτά μικρά παιδιά τους και θα τους δείξει τον τρόπο της μελισσοκομίας της, απαραίτητο δόγμα του οποίου είναι να αφήνει πάντα το μισό μέλι στις κυρήθρες για να επιβιώνουν οι μέλισσες, μια δίκαιη και τίμια συναλλαγή ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση.

Ο pater familias, όμως, ενδεχομένως λόγω της οικονομικής ανάγκης για την επιβίωση της δικής του οικογένειας, κυρίως όμως από απληστία, θα βρει στο μέλι μία ακόμη ευκαιρία για εύκολο κέρδος και θα στήσει τα δικά του μελίσσια, διαταράσσοντας την οικολογική ισορροπία στην περιοχή. Κι αυτό θα έχει ολέθριες συνέπειες για ολόκληρο το οικοσύστημα, αφού οι φυσικοί πόροι θα εξαντληθούν και θα οδηγήσουν την Χατζιτζέ στην απελπισία.

Κι αν αυτή η μάχη παίρνει νομοτελειακά τις συμβολικές διαστάσεις μιας μονομαχίας ανάμεσα στις αντίρροπες δυνάμεις της παραγωγής με σεβασμό στη φύση και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης,  αποτυπώνεται από τους Κοτέσκα και Στεφάνοφ ήρεμα, υπαινικτικά και μειλίχια, με μια θαυμαστή διαύγεια και ισορροπία: τα κοντινά στα πρόσωπα των παραγωγών που μοχθούν σε αντίστιξη με την επιβλητική ακινησία του τοπίου, η χαμηλόφωνη παρουσία της Χατιτζέ και οι σχεδόν κατανυκτικές στιγμές με τη μητέρα της στο σπίτι σε αντίθεση με την κακοφωνία και την υστερία της οικογένειας των γειτόνων τους, οι εναλλαγές των εποχών που αγκαλιάζουν τα πάντα, μα πάνω απ’ όλα η φύση που φροντίζει να δώσει τη λύση με τη δική της αδιάλειπτη ενδελέχεια.