«Η Κόκκινη Έρημος» του Μικελάντζελο Αντονιόνι

Συνεχίζοντας πάνω στα θέματα που τον απασχόλησαν στην Τριλογία της αποξένωσης, ο Αντονιόνι παρουσιάζει την πρώτη του έγχρωμη ταινία, διατηρώντας στον πρωταγωνιστικό ρόλο τη μούσα του, Μόνικα Βίτι, πλάι στον Ρίτσαρντ Χάρις.

*Η ταινία είναι διαθέσιμη για streaming στο Cinobo

«Υπάρχει κάτι απαίσιο στην πραγματικότητα και δεν μπορώ να καταλάβω τι είναι. Και κανένας δεν θα μου πει.»

Αν υπάρχει μία ατάκα κινηματογραφικής ταινίας που συνοψίζει όσο καμία άλλη το αδιέξοδο του μοντερνισμού, είναι αυτή που μόλις προηγήθηκε και βρίσκεται στην Κόκκινη Έρημο του Μικελάντζελο Αντονιόνι. Κι αν υπάρχει ένα βλέμμα στο οποίο αντικατοπτρίζεται η αβάσταχτη υπαρξιακή αγωνία του μεταπολεμικού ανθρώπου στην εποχή του οικονομικού θαύματος και της ραγδαίας βιομηχανικής ανάπτυξης είναι αυτό της Μόνικα Βίτι τη στιγμή που την εκφέρει.

Σαν να μην έχει αλλάξει (σχεδόν) τίποτα από το 1964 που προβλήθηκε για πρώτη φορά και κέρδισε αναμενόμενα το Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ της Βενετίας, η Κόκκινη Έρημος είναι μια ταινία απόλυτα κλασική γιατί ακόμα και σήμερα παραμένει απόλυτα πρωτοποριακή στον τρόπο που καδράρει τα ανθρώπινα σώματα σε σχέση/αντίστιξη/διαμάχη με ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο και εκβιομηχανιζόμενο περιβάλλον, το οποίο αλλάζει πρωτεϊκά προοπτικές και δυνατότητες και μπορεί να γίνει την ίδια στιγμή εφιαλτικό και ελπιδοφόρο, πνιγηρό και απελευθερωτικό, μουντό και πολυδιάστατο.

Δύο δεκαετίες μετά τη ντροπή και την ενοχή του φασισμού και στο αποκορύφωμα μιας ανάπτυξης που χαρακτηρίστηκε οικονομικό θαύμα και άλλαξε το πρόσωπο της Ιταλίας, αλλοιώνοντας ταυτόχρονα το τοπίο της και δημιουργώντας μια νέα οικολογία στις βόρειες (κυρίως) περιοχές της χώρας, όπου στήθηκαν τεράστιες βιομηχανικές μονάδες, το σινεμά της χώρας στα 60s δεν θα μπορούσε να παραμείνει στα διδάγματα του νεορεαλιστικού ανθρωπισμού και των αριστουργημάτων που αυτός γέννησε, αλλά έπρεπε να αποτυπώσει το μετέωρο βήμα της μετάβασης σε ένα μέλλον αβέβαιο και σε ένα νέο τύπο ανθρώπου.

Ταγός σε αυτό το κύμα επαναπροσδιορισμού από το οποίο αναδείχθηκαν σκηνοθέτες του διαμετρήματος του Μπερτολούτσι, του Παζολίνι και του Μπελόκιο, ήταν ο Μικελάντζελο Αντονιόνι του οποίου η εμβλήματική «τριλογία της αποξένωσης» με τα ασπρόμαυρα αριστουργήματα «Περιπέτεια», «Νύχτα» και «Έκλειψη» βρήκε την ιδανική συνέχεια με την «Κόκκινη έρημο», την πρώτη απόπειρα του σκηνοθέτη στο έγχρωμο φιλμ.

Και φυσικά ο ρηξικέλευθος και ριζοσπαστικός τρόπος που χρησιμοποιεί ο Αντονιόνι το χρώμα ξεκινά από τον (ακόμα και σήμερα) μυστηριώδη τίτλο της ταινίας και απογειώνεται στις χρωματικές παρεμβάσεις μέσα στο μετα-αποκαλυπτικό τοπίο της Ραβένας, όπου κατά τις φήμες ο σκηνοθέτης μαζί με τον σκηνογράφο και τον διευθυντή φωτογραφίας είτε ζωγράφισαν πάνω στο φιλμ, είτε επέλεξαν συγκεκριμένα αντικείμενα, τα οποία επιχρωμάτισαν, για να προσδώσουν σημειολογικές προεκτάσεις που περιμένουν την αποκωδικοποίηση του θεατή.

Η Τζουλιάνα της Μόνικα Βίτι είναι μια μορφή που αναδύεται μέσα από τους καπνούς, το μέταλλο και το μπετόν της βιομηχανίας στην οποία είναι διευθυντής ο σύζυγος της, παράταιρη με τα κόκκινα μαλλιά και το πράσινο παλτό της στη σέπια του περιρρέουσας ατμόσφαιρας, αλλά και τόσο οργανικά δεμένη με το νέο αυτό οικοσύστημα ως αποκύημα του. Μια γυναίκα με ένα αδιευκρίνιστο ψυχολογικό τραύμα και μια ανάγκη να βρει επικοινωνία, θέση και ανακούφιση σε μια πραγματικότητα, τις διαστάσεις της οποίας αδυνατεί να εναρμονίσει προκειμένου να βρει η ζωή της νόημα, στην ίδια νοητή γραμμή με τις τρεις ηρωίδες που υποδύθηκε η Βίτι στην τριλογία της αποξένωσης και μπήκε αμετάκλητα στο πάνθεον του παγκόσμιου σινεμά, αλλά και με μία τόσο έκδηλα διαφορετική και κατακερματισμένη ψυχοσύνθεση.

Ο Κοράντο, ο συνεργάτης του συζύγου της Τζουλιάνα, τον οποίο υποδύεται ο Ρίτσαρντ Χάρις με μια ιδιοφυώς άβολη ιταλική μεταγλώττιση που δίνει ακόμα περισσότερα επίπεδα αλλοτρίωσης στον ήρωα που ο Ιρλανδός ηθοποιός ενσαρκώνει, θα γίνει μια κάποια λύση για την ηρωίδα, αλλά αυτή θα είναι πρόσκαιρη και καταδικασμένη στην εγγενή και νομοτελειακή αποτυχία ενός συστήματος στο οποίο η κατανόηση, ακόμα και η αποδοχή, δεν μπορούν να υπερνικήσουν το χάσμα ανάμεσα σε προθέσεις, πράξεις και συναισθήματα.

Εκεί όπου ακόμα και η παιδική ηλικία μπορεί να είναι βάναυση και μοχθηρή (ο μικρός γιος της Τζουλιάνα υποκρίνεται πως είναι άρρωστος για να βασανίσει τη μητέρα του ή για να του δώσει εκείνη σημασία), το παραμύθι που αφηγείται η κεντρική ηρωίδα (η μόνη σκηνή της ταινίας γυρισμένη σε φυσικό χρώμα, μια πανέμορφη αφηγηματική και αισθητική παράκαμψη), γίνεται ακόμα ένας γρίφος, μια ωδή σε κάτι που έχει αμετάκλητα χαθεί, αλλά δεν ονοματίζεται γιατί ίσως ακόμα δεν υπάρχουν οι λέξεις που είναι ικανές να το κάνουν.

Και κάπως έτσι, με την «Κόκκινη Έρημο» ο Αντονιόνι συνέχισε να συνθέτει με τις εικόνες και τους ήχους (εξαιρετικό το ambient industrial soundtrack των Τζιοβάνι Φούσκο και Βιτόριο Τζελμέτι) μια νέα γλώσσα του σινεμά, η γραμματική και το συντακτικό της οποίας επηρέασαν όσο λίγες τις επόμενες γενιές σκηνοθετών και άλλαξαν για πάντα τον τρόπο που βλέπουμε, άρα και είμαστε. Ακόμα κι αν δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι απαίσιο υπάρχει στην πραγματικότητα και κανένας δεν μπορεί να μας πει.

*Η ταινία «Η Κόκκινη Έρημος» του Μικελάντζελο Αντονιόνι είναι διαθέσιμη για streaming στο Cinobo.

Ετικέτες
Μοιράσου το άρθρο
Πρόσφατα άρθρα

«Ξεσφίγγοντας τις Γροθιές» από την ασφυκτική λαβή της πατριαρχίας

Η ανερχόμενη σκηνοθέτις Κίρα Κοβαλένκο μάς μιλά για την ταινία της που αποτέλεσε την πρόταση της Ρωσίας για τα Όσκαρ του 2022, αφού προηγουμένως τιμήθηκε με το Βραβείο της επιτροπής στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα των Καννών. Από τους παραγωγούς του Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ (Λεβιάθαν, Χωρίς Αγάπη).