Ο Χρήστος Καρακέπελης μας μιλά για την «Πρώτη Ύλη».

Το Cinobo σε συνεργασία με την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου παρουσιάζει την πλήρη συλλογή των βραβευμένων ντοκιμαντέρ των Ίρις της δεκαετίας των ’10s και ζητά από τους βραβευμένους δημιουργούς των ταινιών να “προλογίσουν” το έργο τους. Ο Χρήστος Καρακέπελης μας μιλά για την «Πρώτη Ύλη».

«Με εκπλήττει πάντα το κακό. Το καλό το θεωρώ πάντα ως το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο».

Τα όνειρα μεγάλων χαλυβουργιών για σχεδόν τζάμπα scrap (παλαιά μέταλλα), οι περιβαλλοντικές υποχρεώσεις της Ελλάδας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, και το δυτικό όνειρο μιας στρατιάς παράνομων μεταναστών συναντιούνται σε μια σειρά παραγκουπόλεων στη σκιά του Παρθενώνα.

Ποιο απ’ όλα συντρίβεται;

Τρεις Ρομά απ’ την Αλβανία, δύο Ινδοί, ένας Τούρκος κι ένας μόνο Έλληνας, ανάμεσά τους κι ένα παιδί, δείγμα μόνο της απέραντης στρατιάς των desperados που ανακυκλώνουν τα μέταλλα μιας ολόκληρης χώρας, είναι οι ήρωες της «Πρώτης Ύλης», και πρώτη ύλη και οι ίδιοι, πρωτόγονοι τροφοσυλλέκτες στην καρδιά μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής πρωτεύουσας.

Η «Πρώτη Ύλη» τιμάται με το βραβείο Ίρις Καλύτερου Ντοκιμαντέρ της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου το 2012. Ο δημιουργός Χρήστος Καρακέπελης συστήνει στους συνδρομητές του Cinobo την ταινία του με δικά του λόγια.

Για την αρχική του ενασχόληση με το θέμα:

Οι πρώτες εικόνες που με παρέσυραν στο θέμα ήταν οι εικόνες από ξεχαρβαλωμένα τρίκυκλα πάνω στα οποία άνθρωποι και παλιοσίδερα ισορροπούσαν οριακά στα στενά του Ταύρου. Νεαρά ερωτευμένα ζευγάρια, συχνά με τα παιδιά τους μαζί, ανάμεσα σε ψυγεία, κουζίνες, ένα σωρό απομεινάρια της αστικής ζωής, μιας ζωής ξένης γι’αυτούς, απροσπέλαστης.

Ήταν πολύ πυκνές αυτές οι εικόνες, είχαν μέσα τους, όλα όσα αργότερα αναζήτησα στην ταινία: τη μελαγχολική σύμπνοια των φτωχών που για να ζήσουν πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους, την ιερότητα του μόχθου, την εξοντωτική μάχη τους για μια ευτελή λεία (πράγματα παλιά που μου θύμιζαν τα βιώματά μου από τη ζωή της αγροτικής κοινότητας όπου μεγάλωσα), και ταυτόχρονα την παράκρουση της πόλης που αποβάλλει ξέφρενα τον εαυτό της στα σκουπίδια, του κόσμου δηλαδή στον οποίο πλέον ανήκα κι εγώ.

Ήταν πριν την «κρίση» όλα αυτά, όμως ήταν η κρίση. Ένιωσα πως υπάρχει μια φλέβα μέσα σε αυτή την πυκνότητα των αντιφατικών συναισθημάτων που μου γεννούσαν αυτές οι εικόνες, και πως αν μπορούσα να μιλήσω γι’αυτά τα αντιφατικά συναισθήματα, θα μπορούσα να εκφράσω τον εαυτό μου και ίσως και τον αντιφατικό κόσμο μέσα στον οποίο νιώθω πω ζω.

Για την δημιουργική διαδικασία:

Η ταινία είχε πολύ σαφή προσανατολισμό σε όλα όσα παραπάνω ανέφερα ήδη από το στάδιο του treatment γιατί ακριβώς η αφετηρία της ήταν προσωπική και το βλέμμα της παρέμεινε τέτοιο ως το τέλος. Η αίσθηση με την οποία μπήκα μέσα στον κόσμο των προσώπων, των χώρων, των μικρογεγονότων έβρισκε μοιραία από μόνη της τους πιο φιλόξενους δρόμους και διασταυρωνόταν με τα πιο οικεία σε αυτήν στοιχεία.

Η «έρευνα» με άλλα λόγια δεν αναζήτησε πληροφορίες, αλλά συγγένειες. Οι συγγένειες πάντα βρίσκονται όταν τις αναζητάς. Έτσι δεν υπήρχαν ανατροπές από την αρχική ανάγκη, ως το πραγματικό της αποτύπωμα σε σχέσεις και από εκεί ως το γύρισμα. Το ένα στάδιο ερχόταν φυσικά μετά το επόμενο.

Μοιράστηκα εκπληκτικές σχέσεις με τους ανθρώπους που πήραν μέρος στην ταινία και με τους συνεργάτες μου που υποστήριξαν σε βάθος χρόνου την υλοποίηση με την ίδια σταθερή δοτικότητα. Αλλά όλα αυτά δεν με εξέπληξαν. Με εκπλήττει πάντα το κακό. Το καλό το θεωρώ πάντα ως το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο.

Karakepelis
Ο σκηνοθέτης της ταινίας Χρήστος Καρακέπελης

Για τη θέση του ντοκιμαντέρ στο σημερινό κινηματογραφικό σκηνικό:

Στο σύνολο των κινηματογραφικών παραγωγών συνεχίζουν να είναι πολύ λίγα τα ντοκιμαντέρ που συστήνονται ως έργα έκφρασης ενός κινηματογραφιστή. Τα περισσότερα λειτουργούν ως παρουσιάσεις κάποιων θεμάτων, απουσιάζει πολύ ο άνθρωπος που τα δημιουργεί, ο δικός του δεσμός με το θέμα, η προσωπική του αναζήτηση. Κι όταν αυτό γίνεται υπάρχει μια διάχυτη αμηχανία: πώς να δει κανείς ένα τέτοιο ντοκιμαντέρ, πού να το κατατάξει, πώς να το κρίνει.

Η μυθοπλασία απολαμβάνει πολύ περισσότερα προνόμια, πράγμα που κατά τη γνώμη μου είναι παρωχημένο και δεν ανταποκρίνεται στις δυνατότητες που δίνει η εργασία με πραγματικά υλικά και που τις βλέπουμε σε πολύ σπουδαία ντοκιμαντέρ που παράγονται από εξαιρετικά θαρραλέους δημιουργούς. Υπάρχουν παντού κατάλοιπα των στεγανών ανάμεσα στη μυθοπλασία και το ντοκιμαντέρ που θα ήθελα να μην υπάρχουν. Η τέχνη είναι πάντα μια μάχη ενάντια στους φραγμούς, μια διαρκής ακύρωση των κανόνων.

Γιατί για παράδειγμα να μην μπορεί να βραβευτεί ένας διευθυντής φωτογραφίας για τη δουλειά του σε ένα ντοκιμαντέρ (εννοώ έξω από τα φεστιβάλ ντοκιμαντέρ) ή ένας ηχολήπτης και ειδικά όταν δουλεύουν σε πολύ πιο δύσκολες συνθήκες απ’ότι σε μια ταινία μυθοπλασίας, παράγοντας συχνά εξαιρετικό αποτέλεσμα, με πολύ λιγότερα τις περισσότερες φορές μέσα; Γιατί το βραβείο καλύτερου ντοκιμαντέρ της Ακαδημίας Κινηματογράφου να πιστώνεται στον παραγωγό και όχι στον σκηνοθέτη;

Νομίζω ότι αυτά είναι ενδεικτικά της περιφερειακής και επομένως δύσκολης θέσης του ντοκιμαντέρ στο σημερινό κινηματογραφικό σκηνικό και της πιο μοναχικής πορείας του στον δρόμο προς την έκφραση και φυσικά το κοινό.

Μοιράσου το άρθρο
Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest