Ο Τομ στη Φάρμα | Tom a la ferme

Ο Τομ στη Φάρμα | Tom a la ferme

Ο Ξαβιέ Ντολάν είχε ήδη παγιώσει το 2013 τη φήμη του ως το νέο φεστιβαλικό enfant terrible με τις τρεις ανερυθρίαστα αυτοαναφορικές και πολύχρωμα ποπ μεγάλου μήκους ταινίες του («Σκότωσα τη Μητέρα Μου», «Φανταστικές Αγάπες»,  «Λόρενς Για Πάντα»), όλες βραβευμένες σε παράλληλα διαγωνιστικά τμήματα των Καννών, όταν ανακοινώθηκε ότι θα συμμετάσχει για πρώτη φορά στο φεστιβάλ της Βενετίας με τον «Τομ στη Φάρμα» διεκδικώντας μάλιστα τον Χρυσό Λέοντα. Αυτή όμως δεν ήταν η μόνη πρωτιά στη φιλμογραφία του εικοσιτετράχρονου μόλις (τότε) σκηνοθέτη: το σενάριο της νέας του ταινίας δεν ήταν πρωτότυπο, αλλά βασιζόταν για παρθενική φορά σε προϋπάρχον υλικό, το ομότιτλο θεατρικό έργο του Μισέλ Μαρκ Μπουσάρ.

Όλες αυτές οι διαφορές με το προηγούμενο δείγμα γραφής του Γαλλοκαναδού δημιουργού, όμως,  έμοιαζαν τελικά ασήμαντες μπροστά στην ίδια την ταινία, που ξεσήκωσε το κοινό της Βενετίας σε ένα δεκάλεπτο standing ovation στην επίσημη προβολή της, καθώς «Ο Τομ στη Φάρμα» αποκάλυψε, όχι μόνο μια σκοτεινή κι απρόσμενη στροφή 180 μοιρών στη μέχρι τώρα θεματολογία του, αλλά, κυρίως, έναν τόσο διαφορετικό, αλλά και τόσο ίδιο τελικά, Ντολάν , ο οποίος άφησε κατά μέρος τα ποπ, υπερφίαλα, αλλά όχι λιγότερο αξιαγάπητα, έπη του παρελθόντος για να πραγματοποιήσει μια θεαματική και τολμηρή βουτιά στη σκοτεινή άβυσσο του πάθους, του πένθους, της ενοχής και της ανάγκης, κρατώντας φυσικά τον πρωταγωνιστικό ρόλο για τον εαυτό του και εκτελώντας χρέη σκηνοθέτη, σεναριογράφου, μοντέρ, ενδυματολόγου και παραγωγού.

Μια καταπληκτική a capella και στα γαλλικά εκδοχή του Windmills of your mind στην  εισαγωγή συστήνει τον Τομ, τον κεντρικό ήρωα, ο οποίος επισκέπτεται  για πρώτη φορά τη φάρμα όπου μεγάλωσε ο νεκρός σύντροφός του. Τα αίτια του θανάτου παραμένουν θολά και απροσδιόριστα και θα αχνοφανούν μόνο στην κορύφωση της ταινίας. Πρώτα, όμως, ο Τομ θα συναντήσει στη φάρμα τη μητέρα του συντρόφου του, η οποία αγνοεί τη σεξουαλική ταυτότητα του γιου της, αλλά κυρίως τον αγροίκο αδερφό του, με τον οποίο θα αναπτύξει μια τοξική σχέση εξάρτησης, όσο τα μυστικά πάθη και τα απωθημένα του παρελθόντος αναφύονται για να δυναμιτίσουν ακόμα περισσότερο την κατάσταση.

Αυτή η χιτσκοκική σπουδή πάνω στη σαδομαζοχιστική κι εξουσιαστική σχέση των δύο ανδρών, στη σκιά του πένθους για το χαμό του ανθρώπου που αποτελούσε μέχρι πρότινος τον μοναδικό συνδετικό τους κρίκο και μοιάζει να ορίζει ακόμα το πεπρωμένο τους από το επέκεινα, αποτελεί αναμφίβολα για το νεαρό Καναδο ένα αχαρτογράφητο πεδίο, μία άβυσσο, στην οποία, όμως, ο Ντολάν καταδύεται με πρωτόγνωρη (για τα δεδομένα του) δραματουργική συνέπεια και με αυτοπεποίθηση ώριμου δημιουργού, αποδεικνύοντας ότι, αν διαθέτει κάτι περισσότερο από θράσος κι εγωκεντρισμό, αυτό είναι σίγουρα το ταλέντο και μια ολότελα δική του κινηματογραφική γλώσσα, της οποίας τον έλεγχο κατακτά ολοένα και περισσότερο.

Με την αρωγή, μάλιστα, ενός εξαιρετικού score του Γκάμπριελ Γιαρέντ, του οποίου τα έγχορδα φλερτάρουν ασύστολα με τις δραματικές και γεμάτες σασπένς κορυφώσεις του Μπέρναρντ Χέρμαν, και τις ευφυείς όπως πάντα μουσικές επιλογές (κάπου στα μέσα της ταινίας το Santa Maria των Gotan Project θα φέρει την εξουσιαστική σχέση του Τομ με τον μπρουτάλ αδερφό επικίνδυνα κοντά και στις παρυφές μιας ιδιάζουσας νεκροφιλίας, ενώ ο Rufus Wainwright στους τίτλους τέλους θα σημάνει την οριστική ρήξη με τα δεσμά και την τροχοπέδη του παρελθόντος), ο Ξαβιέ Ντολάν κατάφερε με τον «Τομ στη Φάρμα» να παραμείνει πιστός στο σινεμά του, αλλά και να γίνει ρηξικέλευθος ταυτόχρονα. Το μέλλον θα του επιφύλασσε ακόμα μια σπουδαία ταινία (και κατά πολλούς της καλύτερή του), το «Mommy», και τρεις προσπάθειες («Ακριβώς το Τέλος του Κόσμου», «Η Ζωή του Τζον Φ. Ντόνοβαν» και το περσινό και απρόβλητο ακόμα στη χώρα μας «Ματίας και Μαξίμ») που έχουν αναζωπυρώσει τη συζήτηση για το αν τελικά είναι ένας εν δυνάμει μεγάλος δημιουργός ή ένα κενό πυροτέχνημα. «Ο Τομ στη Φάρμα» συνηγορεί υπέρ της πρώτης εκδοχής.