Πού βρίσκεται η μαγεία του «Αγάπα με αν τολμάς»;

Η αγαπημένη του κοινού ταινία με τη Μαριόν Κοτιγιάρ και τον Γκιγιόμ Κανέ, στριμάρει στο Cinobo και θυμόμαστε μερικά από τα κείμενα που γράφτηκαν για αυτήν.

*Η ταινία είναι διαθέσιμη για streaming στο Cinobo

Ένα αθώο παιδικό παιχνίδι ανάμεσα σε ένα αγόρι και ένα κορίτσι παίρνει με τα χρόνια ανεξέλεγκτα επικίνδυνες και σουρεαλιστικές διαστάσεις, καθώς μετατρέπεται σε μια αλλόκοτη και διεστραμμένη εκδήλωση του μεγάλου έρωτά τους.

Ο Γκιγιόμ Κανέ και η Μαριόν Κοτιγιάρ τολμούν να οδηγήσουν το παιχνίδι του έρωτα στα άκρα, σε μια πιο σκοτεινή, αλλά εξίσου τρυφερή εκδοχή της θρυλικής «Αμελί», που σημείωσε αναπάντεχα, αλλά εξίσου δίκαια μεγάλη εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία.

Έχει μάλιστα μεγάλο ενδιαφέρον να εξετάζει κανείς σήμερα από απόσταση την ταινία ως φαινόμενο. Κατά την αρχική κυκλοφορία, πολλοί ήταν εκείνοι που θεωρούσαν πως δεν υπήρχαν προοπτικές πέραν ενός στενού φεστιβαλικού κυκλώματος. «Οι προοπτικές της ταινίας πέραν των φεστιβάλ δεν μοιάζουν καλές» γράφει το Variety στην αρχική του, όχι ιδιαίτερα θετική κριτική.

Ο Τζέιμς Μπερναντινέλι γράφει μετά την πρεμιέρα στο Τορόντο:
«Το “Αγάπα με αν τολμάς” είναι καινοτόμο και απίθανο τόσο, ώστε όταν το είδα πέρσι στο Τορόντο είχα αναστολές σχετικά με τις δυνατότητες διανομής του. Το φιλμ απαιτεί μια αφοσίωση από τους θεατές, οπότε δε θα γίνει ποτέ μεγάλη επιτυχία, ακόμα και για τα σινεφίλ δεδομένα». Στην πραγματικότητα, και ακολουθώντας φυσικά το τρένο της «Αμελί», η ταινία αγαπήθηκε άμεσα από το κοινό, φτάνοντας να γίνει αληθινά αξιοπρόσεκτη arthouse επιτυχία που, για μια γενιά σινεφίλ, παραμένει διαμορφωτική εμπειρία.

Οι ίδιες οι κριτικές ήταν από τότε διχαστικές, κάτι καθόλου παράξενο αν αναλογιστεί κανείς το πόσο συναισθηματικά ακραίο είναι αυτό που επιχειρεί η ταινία. Ο ίδιος κριτικός συνεχίζει γράφοντας πως «παρουσιασμένο με αιχμή από τον σκηνοθέτη Γιαν Σαμουέλ, το φιλμ αψηφά την προβλεψιμότητα. Τη στιγμή που νομίζεις πως ξέρεις πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, παίρνουν μια στροφή πως μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Και το φινάλε μπορεί και να είναι το πιο πρωτότυπο κομμάτι ολόκληρης της παραγωγής. Δε μπορώ να θυμηθώ την οποιαδήποτε ρομαντική κομεντί που να ολοκληρώνεται με έναν τέτοιο οριστικό τόνο».

Αντιθέτως, ο Ρότζερ Έμπερτ έμοιαζε εξαρχής αμήχανος απέναντι στο φιλμ, χωρίς να είναι καν σίγουρος για ποιον λόγο του έκανε τέτοια εντύπωση. «Τι ήταν αυτή η σχέση;», αναρωτιέται.
«Είναι ερωτευμένοι ή απλώς παγιδευμένοι σε μια υπνωτιστική αμοιβαία γοητεία; Ο δεσμός τους είναι βαθύτερος από το σεξ και την αγάπη– είναι ο δεσμός μιας αμοιβαίας τρέλας».

Καταλήγει διερωτώμενος για το αν «πρέπει να χειροκροτήσω την ταινία για την αφοσίωσή της; Ίσως όσο πιο άβολα με έκανε να νιώθω, τόσο καλύτερη ήταν; Πιθανώς, αν και δε μπορώ να το πω αν δεν το πιστεύω. Μπορώ όμως να πω αυτό: Αν η περιγραφή μου σας ιντριγκάρει, πηγαίντε και τολμήστε το. Δεν θα βαρεθείτε».

Η ταινία, σαν χρονοκάψουλα μιας σινεφιλικής ωρίμανσης για πολλούς ανθρώπους που ενηλικιώθηκαν στο γύρισμα του 21ου αιώνα, κουβαλά ένα συμπυκνωμένο γαλλόφωνο quirkiness που χαρακτηρίζει απόλυτα της εποχή των πρώιμων ‘00s. Διαθέτοντας επιπλέον μια εντυπωσιακή χημεία ανάμεσα σε δύο ηθοποιούς που καταλάμβαναν την οθόνη εκτελώντας οριακά νοσηρές πράξεις «θάρρους». Είναι τεράστιο κομμάτι της επιτυχίας του φιλμ– με οτιδήποτε λιγότερο από δύο εκκολαπτόμενους movie stars σαν αυτούς, το παράτολμο εγχείρημα του φιλμ, καταρρέει.

(Είναι πάντα συναρπαστικό να βλέπεις αστέρες του σινεμά πριν γίνουν αστέρες του σινεμά. Ο δεσμός της Κοτιγιάρ και του Κανέ είναι τέτοιος που γέννησε ακόμα κι ένα κατά κάποιο τρόπο πνευματικό follow-up, χρόνια μετά, το «Μεγάλωσε αν τολμάς» που επίσης στριμάρει στο Cinobo.)

Σε ένα πιο σύγχρονο πλαίσιο, το PopMatters εξετάζει τη φύση αυτών των τεστ που ο Τζούλιεν κι η Σόφι βάζουν ο ένας στην άλλη. «Η βία του ρομάντσου τους είναι εντυπωσιακή, άλλοτε συγκινητική μα πάντα ανατριχιαστική, ακόμα κι ως αλληγορία», γράφει. «Το ξεκίνημα και το τέλος του φιλμ προκύπτουν την ίδια στιγμή καθώς οι δύο εραστές […] βρίσκονται κλειδωμένοι μεταξύ τους για πάντα σε αυτό που μπορεί να είναι μια αγκαλιά ευχαρίστησης, ύστερα από τον πόνο που έχουν προκαλέσει ο ένας στον άλλο».

Τελικά ίσως την καρδιά της επιτυχίας του φιλμ να την βρίσκει η Πόλυ Λυκούργου γράφοντας για το Flix πριν λίγα χρόνια (κατά την επανέκδοση της ταινίας στις ελληνικές αίθουσες) πως «η μαγεία της ταινίας κρύβεται στην πραγματική τόλμη της. Στο φινάλε που θα τσιμεντώσει την πίστη σας στον απέθαντο ρομαντισμό ή θα ανατρέψει παιχνιδιάρικα τα όρια της πραγματικότητας και των παραμυθιών».

«Ένα μόνο είναι σίγουρο», καταλήγει. «Όσοι αναγνωρίσετε τους εαυτούς σας στους ήρωες θα φύγετε κομμάτια. Γιατί κρύβει μεγάλη συγκίνηση να ξεχωρίσεις μέσα στο πλήθος και το διάβα σου εκείνον/η που δε θα σε βρίσκει αλλόκοτο/η, αλλά θα ερωτεύεται και θα στηρίζει τη διαφορετικότητά σου. Δε θα θέλει τα εύκολα, αλλά θα σε ακολουθεί από πρόκληση σε πρόκληση». Αγαπώντας, δηλαδή, με τόλμη.

*Η ταινία «Αγάπα με αν τολμάς» στριμάρει στο Cinobo.

Ετικέτες
Μοιράσου το άρθρο
Πρόσφατα άρθρα

On the Road: Οι ταινίες πήραν τους δρόμους

Ένα καθοριστικό συμβάν, μια κρίση ηλικίας, μια σημαντική απόφαση. Γι’ αυτούς και για πολλούς ακόμη λόγους, κινηματογραφικοί ήρωες βγαίνουν στους δρόμους και ετοιμάζονται για περιπλανήσεις που θα αλλάξουν τις ζωές τους, μέσα από 13 road movies.

«Ο Ορίζοντας»: Νεανικοί έρωτες, ορμητική θέληση και κλιματική αλλαγή

Η ιστορία ενηλικίωσης μιας νέας γενιάς μέσα από την καθημερινή ζωή στις εργατικές κατοικίες των βόρειων προαστίων του Παρισιού, στο μεγάλου μήκους ντεμπούτο της Εμιλί Καρπεντιέ που στριμάρει στο Cinobo.