Too Much Info Clouding Over My Head: Αφηγήσεις του Βασίλη Χριστοφιλάκη

Ένας τριανταπεντάρης σκηνοθέτης γεμάτος εμμονές και ψυχαναγκασμούς προσπαθεί να μαζέψει λεφτά για την επόμενη ταινία του. Αυτή είναι η περιγραφή για το “Too Much Info Clouding Over My Head”, αλλά μήπως καταλήγει σχεδόν αυτοβιογραφικό στην ελληνική κινηματογραφική πραγματικότητα του σήμερα;

Ηθοποιός, άνθρωπος του θεάτρου και τριπλά βραβευμένος στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ο Βασίλης Χριστοφιλάκης ντύνει με άσπρο και μαύρο, μια ιστορία στα όρια της τρέλας, έτσι όπως ακριβώς μοιάζει το να κάνεις guerilla σινεμά, σε ένα ζηλευτό και fun ντεμπούτο, που αποκτά τη δική του θέση στη βιβλιοθήκη του σύγχρονου local cinema.

Ο Βασίλης Χριστοφιλάκης στο σήμερα μοντάρει ένα βίντεο που θυμάται το τότε και γράφει ένα κείμενο για το τότε και το πάντα, με πληροφορίες που σαν σύννεφο ακόμα τριγυρίζουν γύρω από το κεφάλι του.

Κείμενο του Βασίλη Χριστοφιλάκη

Είναι ένα βροχερό μελαγχολικό απόγευμα του μακρινού 2015 και o Βασίλης βρίσκεται σ’ ένα διαμέρισμα στα Εξάρχεια. Μοντάρει τη μεγάλου μήκους ταινία του (δεν θα πούμε τον τίτλο) με μια εξηντάχρονη μοντέρ (δεν θα πούμε το όνομά της) που του θυμίζει τρομακτικά τη γιαγιά του (με καλό τρόπο) που έφυγε πριν 2 χρόνια. Βλέπουν τα πρώτα 30 μονταρισμένα λεπτά της ταινίας. Ξέρετε τι λένε για το μοντάζ μια κινηματογραφικής ταινίας: “Όλα εκεί πληρώνονται”.

Ο Βασίλης δεν είναι καθόλου καλά. Η μετεμψύχωση της γιαγιάς του δεν δυσκολεύεται να διακρίνει την απόγνωση ανάμεσα στα σουφρωμένα του φρύδια.

“Τι συμβαίνει;” του λέει. “Δεν είναι καλό” της απαντά. “Δηλαδή οκέι το μοντάζ και η φωτογραφία είναι πολύ καλή άλλα όλο το υπόλοιπο…”. “Εντάξει” του λέει και ο Βασίλης έχει την αίσθηση ότι θα πάει να του φτιάξει ζεστό κακάο, θα φέρει μια κουβέρτα να τον σκεπάσει και θα βάλει στο μόνιτορ του μοντάζ να παίξουν Θάντερκατς.
“Τι ταινίες σου αρέσουν ρε παιδί μου;” Του λέει αντ’ αυτού. Προς στιγμή τα χάνει, δεν του είχε ξαναγίνει αυτή η ερώτηση, δεν είχε κάνει ποτέ αυτή την ερώτηση στον εαυτό του. “Μου αρέσει ο Γούντι Αλεν” ψελλίζει. “Και ο Τζαρμους. Οι Κοέν
ίσως. Μου αρέσει να βλέπω στις ταινίες ανθρώπους να συζητούν. Με λίγες δόσεις σωματικής κωμωδίας. Μου αρέσει ο Ζακ Τατί επίσης”. “Α, ωραία” του λέει. “Είναι καλό που ξέρεις τι θέλεις. Οι σκηνοθέτες πρέπει να ξέρουν τι θέλουν. Αυτή βέβαια εδώ η ταινία που μοντάρουμε δεν είναι Γούντι Άλεν.

“Όχι, ε;”
“Ε τώρα ένα σπονδυλωτό, βίαιο και βαρύ δράμα μ’ έναν αδίστακτο δολοφόνο και μια πόρνη που προσπαθεί να ξεφύγει; Που διαπραγματεύεται το θέματα όπως απόγνωση, αυτοκτονία και απουσία συναισθημάτων; Άσε που οι ήρωες δεν πολυσυζητούν, ζήτημα είναι να έχουν 20- 30 ατάκες.”
“Ναι, το ξέρω” απαντά ο Βασίλης και πολύ θα ήθελε τελικά αυτό το ζεστό κακάο που δεν έρχεται. Η old school μοντέρ κάνει το χρέος της: “Μπορούμε να το φτιάξουμε. Να βάλουμε τζαζ ή σουίνγκ να παίζει από κάτω σε όλη την ταινία. Απλώς θα είναι άθλιο. Πολύ άθλιο”.

Καθώς ο Βασίλης γυρίζει σπίτι παίζει στο αυτοκίνητο το “Burning Heart” από τα Ροκι. Εστιάζει ασυνείδητα στον στίχο ‘rising like a spider’. Τις επόμενες μέρες εισέρχεται σε μια διαδικασία αυτογνωσίας. Κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη του μπάνιου (καλά, μπορεί να μην έγινε ακριβώς έτσι αλλά εξυπηρετεί την άκρως κινηματογραφική μας αφήγηση) και του λέει: “Εντάξει τα θαλάσσωσες. Τα έκανες σκατά. Δούλευες μια ταινία 3 χρόνια και τώρα να… δεν είναι καλή. Ήσουν επιπόλαιος. Επέλεξες ένα σενάριο αλλουνού που δεν σε εκφράζει στο ελάχιστο. Αναγκάστηκες να περάσεις χιλιάδες δυσκολίες και να κάνεις αμέτρητους συμβιβασμούς. Γιατί; Για ένα δημιούργημα που δεν είσαι εσύ. Και τώρα τι κάνεις; Ανεπαρκέστατε;”

Υπάρχει μια παλιά συμβουλή για όσους θέλουν να ασχοληθούν με το γράψιμο. “Γράψε αυτό που ξέρεις ή γράψε αυτό που θες να δεις.” Του έρχεται μια ιδέα. Ένας χαρακτήρας. Ένας τριαντάχρονος σκηνοθέτης έχει μπλέξει σε μια ταινία που δεν θέλει να κάνει ενώ ταυτόχρονα ψάχνει να βρει την ταυτότητά του ως καλλιτέχνης. Θα μπορούσε να τον παίξει ο Γούντι Άλεν αν ήταν πιο νέος. Ταιριάζει στον Γούντι. Νευρωτικός, ασυμβίβαστος, ιδεολόγος, γκαφατζής και loser. Το τελευταίο ειδικά ταιριάζει γάντι γιατί ο Βασίλης αισθάνεται απίστευτα loser αυτή την εποχή (και γενικότερα).

Παίρνει την απόφαση να βάλει την προηγούμενη ταινία στον πάγο μέχρι νεοτέρας. Ο Βασίλης δεν έχει λεφτά για άλλη ταινία. Θα βάλει κάποια από τις οικονομίες του και θα προσπαθήσει να βρει τα υπόλοιπα. Το μπάτζετ θα είναι μικρο. Δεν θα πάει στο Κέντρο Κινηματογράφου, σε άλλους θεσμούς ή σε ιδιώτες. Δεν μπορεί να περιμένει. Ψάχνει μια κατά κάποιο τρόπο εξιλέωση. Αποφασίζει να γράψει αυτό ξέρει, που θέλει να δει και που μπορεί να κάνει. Μέσα σε δυο μήνες έχει γράψει 140 σελίδες. Η ιστορία βγήκε σχεδόν αβίαστα. Ο χαρακτήρας παραμένει οικείος στον Βασίλη, οι καταστάσεις γνώριμες και το υλικό απόλυτα φιλικό σε νέες ιδέες και στροφές της ιστορίας.

Ένα βροχερό βράδυ (έβρεχε πολύ εκείνη την εποχή) πλησιάζει τη σύντροφό του με ένα μπλοκάκι στο χέρι. Της δείχνει μια σελίδα και της λέει να διαβάσει. “Too Much Info Clouding Over My Head” διαβάζει εκείνη. “Τι είναι αυτό;”. “Ο τίτλος της καινούργιας μου ταινίας” απαντά με χαμόγελο ικανοποίησης. “Είναι μεγάλος” του λέει. “Ναι το έχω αντιληφθεί” ανταπαντά.
“Ίσως μόνο Too Much Info” τον προτρέπει. “Όχι, πρέπει να μπει και το Clouding Over My Head. O Γούντι Άλεν θα έβαζε κι αυτό”.
Βασίλης Χριστοφιλάκης

Η ταινία “Too Much Info Clouding Over My Head” του Βασίλη Χριστοφιλάκη είναι διαθέσιμη για streaming στο Cinobo.

Ετικέτες
Μοιράσου το άρθρο
Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Πρόσφατα άρθρα

H πολύ αμερικανική άνοδος και πτώση του Χάλστον

Το “Χάλστον” είναι ένα θαυμάσιο ντοκιμαντέρ που με τη φόρμα του πέρασε τα εγκυκλοπαιδικά όρια του είδους, προσπαθώντας να διερευνήσει την ξεχασμένη σήμερα προσωπικότητα του σχεδιαστή και να βρει την πολυπλοκότητα που κρυβόταν πίσω από τις απλές γραμμές του.

Ουζερί Τσιτσάνης Καραμουρατίδης

Ο Θέμης Καραμουρατίδης για τη μουσική του στο “Ουζερί Τσιτσάνης”

Ο Θέμης Καραμουρατίδης παρέδωσε ένα ζηλευτό soundtrack για την ταινία του Μανούσου Μανουσάκη “Ουζερί Τσιτσάνης” και μας μιλάει για τον τρόπο που εργάστηκε πάνω σε αυτό, γράφοντας πρωτότυπες μουσικές και ενορχηστρώνοντας εκ νέου τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη.