3x3: Οι Τριλογίες της Σύγχρονης Ευρώπης

Μεταλλάσσοντας τις τρεις πράξεις ενός έργου σε κάτι μεγαλύτερο, η τριλογία ως εργαλείο χρησιμοποιήθηκε για την πολύπλευρη ανάλυση ενός και μόνο θέματος. Από τις αρχαίες τραγωδίες και τη λογοτεχνία, έφτασε στο σημείο να χρησιμοποιηθεί από τους κινηματογραφικούς σκηνοθέτες στις πιο φιλόδοξες στιγμές τους. Τουλάχιστον αρχικά, πριν καταλάβουν τα blockbusters ότι με τρεις ταινίες θα μπορούσαν να βγάζουν περισσότερα χρήματα από ότι με μία, κάνοντας τους όρους τριλογία και franchise σχεδόν συνώνυμους. Έξω από αυτό το πλαίσιο όμως, που απλά επιμήκυνε μια ιστορία, οι δημιουργοί που κατάφερναν να βρίσκουν χρηματοδότηση για κάτι τόσο μεγαλόπνοο, μπόρεσαν και μεγαλούργησαν.

Οι ευρωπαίοι auteurs για παράδειγμα, είδαν μια σειρά από συμβολισμούς, ελπίδες και παγίδες πίσω από το πείραμα της ενωμένης Ευρώπης και μέσα από τις εικόνες τους προσπάθησαν να αποτυπώσουν το δικό τους όραμα. Την ίδια περίπου περίοδο, στα ‘90s – την «αισιόδοξη» δεκαετία της Ευρώπης, που ο Θόδωρος Αγγελόπουλος παρουσίαζε ένα άτυπο τρίπτυχο που υπενθύμιζε ότι τα σύνορα εξακολουθούν να πληγώνουν και να χωρίζουν, ο Κριστόφ Κισλόφσκι ταξίδεψε εννοιολογικά πίσω στο χρόνο, θέτοντας ως απαρχή αυτού που η πολιτική ηγεσία της γηραιάς ηπείρου διαφήμιζε, το σύνθημα της Γαλλικής Επανάστασης: Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα.

Με τρεις διαφορετικές μεταξύ τους ιστορίες, ο Κισλόφσκι προσπάθησε αρχικά να αποδείξει πως δεν χρειάζονται κοινοί ηθοποιοί και γραμμική συνέχεια ώστε να συνδέσεις, να αναλύσεις και να αναδομήσεις μια ιδέα. Το μπλε, το λευκό και το κόκκινο, τα χρώματα της Γαλλίας ως μεταφορά των ιδεών μιας επανάστασης πρωτίστως ιδεολογικής, έγιναν η σημαία ενός καλλιτεχνικού έργου που κοιτούσε το θέμα με μια ελαφριά ειρωνεία, όπως έκανε και στο παρελθόν ο σκηνοθέτης με τον επίσης μεγαλόπνοο Δεκάλογο (δες εδώ το αφιέρωμα του Cinobo στον Κισλόφσκι). Η Ζιλιέτ Μπινος, η Ζιλί Ντελπί και η Ιρέν Ζακόμπ έγιναν τα πρόσωπα μιας προσπάθειας συνύπαρξης του καλλιτεχνικού σινεμά με αυτό που πολιτικοί έλεγαν εύκολα προσπαθώντας να γοητεύσουν τα πλήθη: no borders.

Δύο χρόνια μετά την τριλογία των χρωμάτων, ο Κισλόφσκι άφησε τα εγκόσμια, η Ευρώπη ονειρεύονταν ανοιχτά σύνορα αλλά παράλληλα παρακολουθούσε χωρίς να κάνει πολλά τη Γιουγκοσλαβία να διαλύεται και το πρώην ανατολικό μπλοκ να μετατρέπεται σε ορδές από φθηνά εργατικά χέρια για το δυτικό κομμάτι και όμως το ένα σύνορο συνοδεύονταν από την ιδέα του ενός νομίσματος. Η γεωγραφική και οικονομική ένωση επετεύχθη, όμως την αισιοδοξία διαδέχονταν χρόνο με το χρόνο ο προβληματισμός για το αν αυτό το μεγάλο ιδανικό ήταν ένας αναίμακτος συμβιβασμός ώστε να μεγαλώσουν τα κέρδη των ισχυρότερων. Το τέλος της πρώτης δεκαετία του 21ου αιώνα, εκεί που η επιστήμη θα οργίαζε και οι ζωές των ανθρώπων θα ήταν παραμυθένιες σύμφωνα με τα όνειρα των ‘80s και ‘90s μπήκε οριστικά στη ζωή μας η λέξη που παραμένει ως σήμερα η πιο πολυχρησιμοποιημένη δικαιολογία αποτυχίας: η κρίση.

Επειδή μια κρίση δε σκάει ξαφνικά σε μια μέρα, ένα μεγάλο μέρος της κινηματογραφικής παραγωγής πήγε πίσω από αυτήν, σε βασικές παθογένειες του ευρωπαϊκού πληθυσμού, γαντζωμένες σκληρά πάνω του ώστε να μην τις απωθήσει το όποιο όραμα. Ένας από τους σκηνοθέτες που για χρόνια δούλευε πάνω σε αποστειρωμένες εικόνες και απωθητικούς χαρακτήρες φτιάχνοντας μια ειρωνική ματιά πρώτα για την Αυστρία και αργότερα για όλη την Ευρώπη, παρουσίασε τα πρώτα χρόνια της κρίσης τον Παράδεισό του, μια τριλογία-κόλαση γεμάτη σαρκασμό με ηρωίδες τρεις γυναίκες από την ίδια οικογένεια που εκφράζουν τα θεμελιώδη πιστεύω που μπορούν να κρυφτούν πίσω από κάθε κρίση. Η θρησκεία, η οικογένεια, η μοντέρνα αποικιοκρατία, η εμμονή με την εμφάνιση εξέφραζαν ένα σύνολο αποστροφής του σκηνοθέτη όχι στην ίδια την ιδεολογία μιας ανώτερης κοινωνίας αλλά στα μέλη της, παρουσιάζοντας ως παράλογο το ότι αυτά μπορούν να οραματίζονται κάτι τέτοιο.

Οι ταινίες του Ζάιντλ προβλήθηκαν το διάστημα 2012-2013, τότε που μια άλλη χώρα της Ευρώπης δοκιμάζονταν με μια σειρά από σκληρά μέτρα. Η Πορτογαλία, μέλος των κατά το Βορρα PIGS, έβλεπε ένα τεράστιο μέρος του πληθυσμού της να βουλιάζει στην ανεργία και να αναπολεί περασμένα μεγαλεία. Αφού έπαιξε πάνω στο αποικιοκρατικό παρελθόν της χώρας του, ένας θεότρελος σκηνοθέτης ξεκίνησε να γυρίζει μια τριλογία που να συνδυαζει τα παραμύθια από τις Χίλιες και Μία Νύχτες με εικόνες από την εγκαταλελειμμένη επαρχία και τα ανήσυχα αστικά κέντρα. Η μαγεία συνάντησε το κάτι σαν ντοκιμαντέρ, ο Γκόμεζ παρουσίασε σε φρενίτιδα το έργο του στις Κάννες του 2015 κρατώντας ένα κασκόλ της Μπενφίκα και φωνάζοντας campeones μπροστά σε δημοσιογράφους και επισκέπτες του φεστιβάλ, καθώς η αγαπημένη του ομάδα είχε μόλις κατακτήσει το πρωτάθλημα μετά από χρόνια ξηρασίας. Ο σουρεαλιστικός αυτός πρόλογός του φανέρωνε και την όλη του προσέγγιση στο θέμα – μετά την κάθε κρίση, το όνειρο μπορεί να επανέλθει. Και η εξαιρετική τριλογία του λειτουργεί σαν ένας διαλογισμός για τους Ευρωπαίους που ακόμη δεν έχουν βρει τί ακριβώς θέλουν: μια κοινότητα στην οποία θα περνούν μόνο οι ίδιοι καλά ή μια ουτοπία όπου ο καθένας είναι καλοδεχούμενος;

Το Cinobo σας προσκαλεί σε ένα ιδιότυπο και εναλλακτικό είδος binge-watching, φέρνοντας κοντά τρεις τριλογίες τριών ευρωπαίων auteurs που συνοψίζουν μια 25ετία ενδελεχούς μελέτης στον όρο Ευρώπη. Εννιά ταινίες για την Ευρώπη του σήμερα, του χθες και την ήπειρο που ο καθένας για πάντα θα ονειρεύεται πως θα αλλάξει και θα γίνει κάτι δικό του.

Ετικέτες
Μοιράσου το άρθρο
Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Πρόσφατα άρθρα
TheKingmaker_BG

“Ιμέλντα Μάρκος: Βασίλισσα Χωρίς Θρόνο”. Η τεκμηρίωση ως θρίλερ

Με συμμετοχές σε πολλά φεστιβάλ ανά τον κόσμο, με υποψηφιότητα για βραβείο καλύτερου σεναρίου σε ντοκιμαντέρ από την Ένωση Σεναριογράφων της Αμερικής και φορτωμένο με διθυραμβικές κριτικές, το καθηλωτικό “Ιμελντα Μάρκος: Βασίλισσα Χωρίς Θρόνο” της Λόρεν Γκρίνφιλντ προβάλλεται αποκλειστικά στο Cinobo.