«Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια...
...που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ’ ακουμπήσω. / Έπεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο / έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να ξαναχωρίσει. // Κοιτάζω τα μάτια· μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά / μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει / κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα. / Δεν έχω άλλη δύναμη· // τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν / ακρωτηριασμένα.» - Γιώργος Σεφέρης, από το «Μυθιστόρημα» (1935)
























