
Αυτόχειρες Παρθένοι: Φαντάσματα της εφηβείας
Πώς η Σοφία Κόπολα άλλαξε με το σκηνοθετικό της ντεμπούτο τον τρόπο με τον οποίο το αμερικανικό σινεμά κοιτάζει τα κορίτσια
Είκοσι επτά χρόνια μετά την πρώτη τους προβολή, οι Αυτόχειρες Παρθένοι της Σοφία Κόπολα παραμένουν κάτι παράξενα και ανεξήγητα άυλο, κάτι που μοιάζει λιγότερο με ταινία που προσπαθεί να ανασυστήσει μια εποχή και μια ηλικία και περισσότερο με ένα όνειρο που ανασύρει εικόνες, ήχους και συναισθήματα από εκείνη την αχαρτογράφητη περιοχή που λέγεται εφηβεία. Από εκείνη την ηλικία που η επιθυμία, η ανία, η ντροπή, η φαντασίωση και η απελπισία δεν έχουν ακόμη αποκτήσει σαφή ονόματα, αναζητούν όμως υπόσταση και έκφραση στα άγουρα, νεανικά σώματα αγοριών και κοριτσιών, σε έναν κόσμο ταυτόχρονα οικείο και απροσπέλαστο.
Βασισμένη στο μυθιστόρημα του Τζέφρι Ευγενίδης, η ταινία δεν ενδιαφέρεται να εξηγήσει γιατί οι πέντε αδελφές Λίσμπον αυτοκτονούν σε ένα προάστιο του Μίσιγκαν στα μέσα της δεκαετίας του ’70, αλλά να αποτυπώσει το αδύνατο της εξήγησης από τα αγόρια της γειτονιάς, τον συλλογικό εκείνο αφηγητή που τις παρατηρούσε από απόσταση, τις θαύμαζε νιώθοντας τα πρώτα ερωτικά και σεξουαλικά σκιρτήματα και χρόνια αργότερα εξακολουθεί να προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς συνέβη. Η αυτοκτονία, επομένως, δεν λειτουργεί εδώ ως αφηγηματικός γρίφος που πρέπει να λυθεί, αλλά ως ένα σκοτεινό κενό γύρω από το οποίο περιστρέφονται η μνήμη, η επιθυμία και η ανδρική φαντασίωση.
Κι αυτό ακριβώς είναι το παράδοξό της ταινίας και η γοητεία της. Ενώ μοιάζει αρχικά να παραδίδεται στο ανδρικό βλέμμα και οι πέντε αδερφές εμφανίζονται ως αιθέριες, απρόσιτες, σχεδόν μυθολογικές υπάρξεις, η Κόπολα δεν αναπαράγει απλώς αυτό το βλέμμα, αλλά το εκθέτει και το υπονομεύει εκ των έσω. Όσο περισσότερο τα αγόρια προσπαθούν να μετατρέψουν τις αδελφές σε σύμβολο, τόσο περισσότερο η κάμερα τις επαναφέρει στην αταξία της πραγματικής τους ζωής. Τα κορίτσια βαριούνται, βάφουν τα νύχια τους, διαβάζουν περιοδικά, τσακώνονται, ερωτεύονται, επιθυμούν, ιδρώνουν, εμμηνορροούν, ονειρεύονται. Είναι, δηλαδή, σώματα και συνειδήσεις πριν γίνουν γυναίκες, πριν μετατραπούν σε «τραγικές ηρωίδες».

Γι’ αυτό η απεικόνιση της κοριτσίστικης εφηβικής ψυχοσύνθεσης είναι τόσο σημαντική. Η Κόπολα δεν την αντιμετωπίζει ως απλό προθάλαμο ενηλικίωσης, αλλά ως μια ιδιαίτερη υπαρξιακή κατάσταση, όπου η ταυτότητα βρίσκεται ακόμη υπό διαμόρφωση και η εσωτερικότητα δεν διαθέτει αναγκαστικά γλώσσα ή τα μέσα για να εκφραστεί. Η εφηβεία των Λίσμπον είναι ένας κόσμος υπερβολικά στενός για τις επιθυμίες τους και υπερβολικά μεγάλος για να μπορούν να τον κατανοήσουν, ένας κόσμος ακατάληπτος για όποιον δεν έχει υπάρξει, έστω για μια στιγμή, «ένα δεκατριάχρονο κορίτσι».
Οι αδερφές Λίσμπον δεν χρειάζεται να δηλώσουν ότι ασφυκτιούν. Η ασφυξία βρίσκεται παντού. Στα κλειστά παράθυρα, στις κουρτίνες, στα δωμάτια, στους αυστηρούς κανόνες της μητέρας, στην αδυναμία τους να κινηθούν ελεύθερα, στην ίδια τη γεωμετρία του σπιτιού. Η οικογένεια δεν παρουσιάζεται ως καρικατούρα καταπίεσης. Είναι κάτι πιο σύνθετο και επομένως πιο οδυνηρό, ένας μηχανισμός προστασίας που, επειδή φοβάται τον κόσμο, καταλήγει να αποκλείει τα κορίτσια από αυτόν.
Γι’ αυτό το λόγο, το Αυτόχειρες Παρθένοι έγινε στην εκπνοή του προηγούμενο αιώνα ένα ορόσημο της ποπ κουλτούρας. Όχι επειδή εγκαινίασε την καριέρα μιας σημαντικής σκηνοθέτιδας, που αποστόμωσε όσους ήταν έτοιμοι να την κατασπαράξουν για νεποτισμό, αλλά επειδή αναδιαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο το σινεμά μπορούσε να κινηματογραφήσει το κορίτσι, την επιθυμία και την εφηβεία και συνέδεσε το ανεξάρτητο αμερικανικό σινεμά με μια νέα αισθητική γυναικείας εσωτερικότητας, θυμίζοντάς μας έκτοτε ότι κάποια πράγματα αντιστέκονται οριστικά στην ερμηνεία.
Η συλλογή «Αυτόχειρες Παρθένοι» είναι διαθέσιμη στο Cinobo
Δες το εδώ











