Σαν να χρειάζεται χώρο πριν ειπωθεί. Δεν εμφανίζεται απλώς ως επιλογή προβολής, αλλά ως υπόσχεση εμπειρίας. Κάτι που δεν θες να το κάνεις βιαστικά, ούτε τυχαία. Κάτι που μοιάζει να περιμένει τη σωστή στιγμή, χωρίς ποτέ κανείς να σου λέει πότε ακριβώς είναι αυτή η στιγμή.
Ο Αγγελόπουλος υπάρχει στη συλλογική φαντασία ως σινεμά του χρόνου. Όχι του χρόνου που περνά, αλλά του χρόνου που απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις. Οι ταινίες του περιγράφονται σαν διαδρομές που δεν κόβονται σε κομμάτια, σαν βλέμματα που δεν αποσύρονται όταν αρχίσουν να κουράζουν. Είναι σινεμά που σε καλεί να μείνεις. Να αντέξεις τη σιωπή, τη διάρκεια, την αίσθηση ότι τίποτα δεν συμβαίνει την ίδια στιγμή που νιώθεις ότι όλα αλλάζουν.
Σε έναν κόσμο που έχει μάθει να επιβραβεύει την ταχύτητα, το σινεμά του Αγγελόπουλου μοιάζει σχεδόν ανυπάκουο. Δεν βιάζεται να σου εξηγήσει, δεν σε ανταμείβει με κορυφώσεις, δεν φοβάται τη στασιμότητα. Αντίθετα, μοιάζει να πιστεύει ότι ο θεατής μπορεί να σταθεί μέσα στο πλάνο, να το παρατηρήσει, να χαθεί λίγο μέσα του, να μπει μέσα του. Ότι η εμπειρία δεν βρίσκεται στην εξέλιξη της πλοκής, αλλά στη σχέση που χτίζεται με τον χρόνο και τον χώρο.