Μοιραία, ξεκινήσαμε με μια βουτιά στη Φοντάνα Ντι Τρέβι, παρέα με την Ανίτα Έκμπεργκ, στην εκλεκτή, φελινική Dolce Vita και θυμηθήκαμε ότι οι άνθρωποι πεθαίνουν μεν από έρωτα μόνο στο σινεμά, αλλά μπορούν να πεθάνουν κι από μέσα τους, όταν τους βρει η πραγματική ζωή, όπως μας δίδαξαν οι Ομπρέλες του Χερβούργου.
Παρακολουθήσαμε την απρόσφορη απόπειρα του Τζιν Χάκμαν να αποκτήσει τον έλεγχο της κατάστασης σε μια Συνομιλία που δεν έχει όμοιά της σε έναν και πλέον αιώνα σινεμά και αναρωτηθήκαμε πόσο κρατάει η αιωνιότητα, στην πιο συναισθηματική στιγμή του Τεό, που του χάρισε καθυστερημένα το ύψιστο βραβείο των Καννών – ο λόγος, φυσικά, για το Μια Αιωνιότητα και μια Μέρα.
Βρεθήκαμε Ανάμεσα στους Τοίχους μιας σχολικής αίθουσας και είδαμε από πρώτο χέρι τις σύνθετες προκλήσεις και τις διαχρονικές στρεβλώσεις του εκπαιδευτικού συστήματος και αναζητήσαμε κάτι πέρα από εδώ, εκείνο τον πνευματικό κόσμο που μάς (προς)καλεί στον ορίζοντα των ανεπανάληπτων κινηματογραφικών συνθέσεων του Τέρενς Μάλικ, του Εμάνουελ Λουμπέζκι και του Δέντρου της Ζωής τους.
Είδαμε ταυτόχρονα την τρυφερή και τη σκληρή πλευρά της Αγάπης στην τελευταία φάση της ζωής δύο ανθρώπων και, εύλογα, ανατρέξαμε και στην πρώτη φάση της, για να επιπλεύσουμε στη θάλασσα, πλάι σε μια νεαρή γυναίκα που μοιάζει να «χάνεται» μέσα στο γαλάζιο των μαλλιών του πρώτου της έρωτα, στη Ζωή της Αντέλ.