
Κανείς δεν καταγράφει την εποχή μας όπως ο Ράντου Ζούντε
Είτε σκηνοθετεί μια ταινία για μια ιστορική αναπαράσταση που συναντά αντιστάσεις και αμφισβήτηση, είτε ένα γεμάτο Α.Ι. σατιρικό ανοσιούργημα πάνω στη φθορά της κληρονομιάς, ο Ράντου Ζούντε αποδεικνύει ξανά και ξανά πως είναι από τους ελάχιστους σκηνοθέτες με τον δείκτη στον παλμό του σήμερα.
Όχι με έναν τρόπο που απλώς αναπαράγει σύγχρονες ιδέες και προβληματισμούς, αλλά βουτώντας βαθιά σε όλα όσα χαρακτηρίζουν, απασχολούν, και συχνά μας μπερδεύουν σήμερα. Αγκαλιάζει το κάθε τι ακατανόητο στο σήμερα, αρνείται να μιλήσει με πομπώδη τρόπο για την αλήθεια (αν μη τι άλλο αμφισβητεί πρώτος ο ίδιος αυτά που λέει μέσα από τον αυτοσαρκασμό και την ελαφρότητα των ταινιών του, ακόμα κι όταν διαχειρίζεται βαριά θέματα), τεστάρει κάθε καινοτομία στην έκφραση – από το TikTok και τα φίλτρα των social media μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη.
Και το κάνει με μια αγάπη και βαθιά γνώση για την ιστορία του σινεμά και για την φιλοσοφία. Το σινεμά του παρουσιάζει πάντα τεράστιο φορμαλιστικό ενδιαφέρον, κάτι που αποδεικνύει πως ο καλύτερος τρόπος να αποδομήσεις κάτι, είναι να γνωρίζεις πολύ καλά πώς να το φτιάξεις πρώτα.
Στο «Αδιαφορώ Αν Καταγραφούμε στην Ιστορία ως Βάρβαροι», χρησιμοποιεί αρχειακό υλικό ως βάση μιας αναπαράστασης που συναντά αμφισβήτηση εκ των έσω, όταν οι πάντες αρχίζουν σταδιακά να συνειδητοποιούν πως η νεαρή δημιουργός θέλει να αντιμετωπίσει μια φρικτή ιστορική αλήθεια. Ο Ζούντε επιλέγει την οριακά meta οδό αντί μιας πιο ευθείας διαδρομής, του να κάνει μια ταινία εποχής για το ίδιο περιστατικό, γιατί έτσι μπορεί να εξετάσει τον ανθρώπινο παράγοντα στην ανάγνωση και συντήρηση (ή απόπειρα κατάρριψης) της ιστορικής αλήθειας.
Παρουσιάζει το γεγονός μέσω αρχείων αλλά η ταινία του δεν είναι για αυτό: Είναι για την μειωμένη αξία του ντοκουμέντου στο σήμερα. Μιλώντας το 2018 στο News24/7 για την ταινία του αναφέρει το εξής:

«Από μια φιλοσοφική σκοπιά, η αλήθεια, αυτό που αποκαλούμε ιστορική αλήθεια είναι ένα πολύ απαλό concept. Είναι δύσκολο να είσαι απόλυτα σίγουρος για τι συνέβη 10 λεπτά πριν, πόσο μάλλον 100 χρόνια. Αυτό κάνει πιο εύκολο το να μπορεί κανείς να πει ότι α, είναι όλα ψέματα, είναι όλα fake news. Το πρόβλημα είναι πως όποιος θέλει να ακυρώσει κάτι, μπορεί να το κάνει πολύ εύκολα. Το μόνο που χρειάζεται να κάνει, είναι να πει πως είναι πλαστό. Αν παρουσιάσεις ένα έγγραφο, θα σου πει πως είναι πλαστό. Μια φωτογραφία; Πλαστή! Και τα λοιπά.
Και βασικά αυτός είναι ο λόγος που δεν ήθελα να κάνω μια ταινία που να λέει Έτσι Γίναν Τα Πράγματα, γιατί πρώτα απ’όλα δε ξέρω πώς να απεικονίσω μια σφαγή. Είναι αδύνατο, δε μπορώ καν να το φανταστώ. Αλλά έπειτα, δεν ξέρω ακριβώς πώς έγιναν τα πράγματα, οπότε δε μπορούσα να κάνω μια ταινία εποχής και να πω ότι τα πράγματα έγιναν όπως τα παρουσιάζω. Το μόνο πράγμα που ξέρω πώς να κάνω, είναι το να φτιάξω μια ταινία».
Ο Ζούντε συνέχισε τα επόμενα χρόνια στη διαδρομή που ξεκίνησε με τους Βάρβαρους. Το «Ατυχές Πήδημα ή Παλαβό Πορνό» που κέρδισε τη Χρυσή Άρκτο στο Βερολίνο μιξάρει από ερασιτεχνική ψηφιακή αισθητική μέχρι θεατρικό στήσιμο, ολοκληρώνοντας μια σπαρταριστή, προβληματισμένη φωνή αγωνίας μέσα από το μάτι του Covid τυφώνα – και έχοντας την καθαρότητα νου (από τις ελάχιστες ταινίες της πανδημικής εποχής) να μην μείνει στα γεγονότα, αλλά να εξετάσει την πανδημία με φιλοσοφικούς όρους.
Την ίδια περίοδο ο Ζούντε λέει περήφανα πως το σημαντικότερο σινεμά σήμερα είναι το TikTok, καθώς καταφέρνει με αμεσότητα να μπαίνει σε γωνίες της καθημερινότητας που το σινεμά είτε δε μπορεί, είτε δεν προλαβαίνει. Αυτή του η αγωνία εκφράζεται μεγαλοπρεπώς στο επόμενο φιλμ του – ίσως το μεγάλο του έπος από όλη αυτή την περίοδο πειραματισμού. Στο «Μην Περιμένετε και Πολλα από το Τέλος του Κόσμου» ακολουθεί μια φρενήρη οδύσσεια μιας κακοπληρωμένης υπαλλήλου καθώς χωρίς ύπνο και χωρίς κανένα περιθώριο για σωματική και νοητική ηρεμία, τρέχει σε ένα διαρκή πανικό για να ετοιμάσει ένα αντεργατικό βίντεο προπαγάνδας για την εταιρεία που δουλεύει.
Η ταινία είναι γεμάτη σπαρταριστές λεπτομέρειες βιτριολικής και εντυπωσιακά εύστοχης σατιρικής παρατήρησης, που έχει πάρα πολλά να πει για την κοινωνία της ταχύτητας και για το τερματικό μας στάδιο του καπιταλισμού. Το κάνει μάλιστα ενσωματώντας social media πεδία έκφρασης και trash culture αναφορές (και πάλι: μια τέλεια έκφραση της σύγχρονης κουλτούρας όπου το highbrow και το lowbrow συνυπάρχουν σε απόσταση μισού σκρολαρίσματος) πριν καταλήξει σε μια σοκαριστική φορμαλιστική ανατροπή, κορυφώνοντας το δράμα του σε μια τρίτη πράξη πλήρους ακινησίας του κάδρου, όταν η αναλγησία που παίζει τόση ώρα στο φόντο έρθει σε πρώτο πλάνο.

Με το «Kontinental ‘25» παίρνει βραβείο Σεναρίου στο φεστιβάλ Βερολίνου ακολουθώντας την παρατεταμένη κρίση συνείδησης μιας δικαστικής επιμελήτριας η οποία παραδίδει ειδοποίηση έξωσης σε έναν άστεγο στο υπόγειο μιας πολυκατοικίας. Η Ορσολία περιπλανιέται στην πόλη αφήνοντας τον εαυτό της όλο και πιο ελεύθερο καθώς ο Ζούντε παράλληλα χαρτογραφεί την επιθετική αλλαγή που συντελείται γύρω της (γύρω μας) στο αστικό τοπίο χάρη στον καπιταλισμό και το gentrification. Και το παρελθόν; Νεκρό, σα να στοιχειώνει – ή πλαστικοποιημένο, σαν τους δεινόσαυρους που βρίσκονται στο φόντο.
Την ίδια χρόνια με το «Kontinental ‘25», o Ζούντε παραδίδει και τον «Ντράκουλα», ένα πραγματικά ανίερο δείγμα ακατηγροιοποίητου κινηματογράφου, το οποίο μόνο κάποιος σαν τον ανήσυχο Ρουμάνο θα μπορούσε να έχει γυρίσει. Ένας νεαρός και περίεργος σκηνοθέτης δοκιμάζει τη δημιουργικότητά του με ένα A.I. απεριόριστων δυνατοτήτων και το αποτέλεσμα είναι ένας απρόσμενος συνδυασμός ιστοριών, παλιών και νέων, για τον αρχέγονο μύθο του Δράκουλα: καταδιώξεις βρικολάκων, ορδές ζόμπι, ένας Δράκουλας απεργός, μια sci-fi ιστορία για την επιστροφή του Βλαντ του Παλουκωτή, ένα τραγικό ρομάντζο, ένας κακόγουστος θρύλος και πολλές ακόμη κιτς ιστορίες.
Το παρελθόν, το παρόν και το «μέλλον» μπαίνουν στο σατιρικό μπλέντερ του Ζούντε ο οποίος χρησιμοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη σαν κιτς, γκροτέσκα ποίηση του σήμερα για να συνθέσει ένα άμεσο arthouse καλτ μίγμα πάνω στη φθορά των μύθων και την εποχή της τουριστικής πραγματικότητας.
Ξανά δηλαδή τον απασχολεί η καταγραφή και η διάδοση, το κατά πόσον υφίσταται έννοια αυθεντικότητας μέσα στην μαζική κακοφωνία του καπιταλισμού – και ποιος τελικά ο ρόλος του ατόμου μέσα σε αυτή την υστερία. Τα χρονολόγιά του πετυχαίνουν όχι μόνο επειδή ξεκινούν από μια πολύ στέρεη φιλοσοφική και κινηματογραφική βάση, αλλά επειδή μιλούν για το σήμερα χρησιμοποιώντας τις μηχανές του σήμερα. Οι ταινίες του Ζούντε δεν παραδίδουν διάλεξη, αλλά παρουσιάζονται σαν κομμάτια της σύγχρονης υφής, έχοντας τρομερή περιέργεια για κάθε πτυχή του σύγχρονου κόσμου, φόβο, χιούμορ, κυνισμό, πόνο, ορμή, και φυσικά αμφιβολία για τον ίδιο τους τον εαυτό.
Είναι, δηλαδή, σαν κομμάτια μουσείου που, στο βαθύ μέλλον, θα εξηγούν τον κόσμο που κάποτε υπήρξε.
Οι ταινίες του Ράντου Ζούντε διάθεσιμες στο cinobo












