Ο Σταύρος Ψυλλάκης μιλάει στο Cinobo για το Άλλος Δρόμος δεν Υπήρχε

Το Cinobo παρουσιάζει την πλήρη συλλογή των βραβευμένων ντοκιμαντέρ των Ίρις της δεκαετίας των ’10s και ζητά από τους βραβευμένους δημιουργούς των ταινιών να “προλογίσουν” το έργο του. Ο Σταύρος Ψυλλάκης μας μιλά για το «Άλλος Δρόμος Δεν Υπήρχε».

«Αυτές οι οριακές καταστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, πάντα κέντριζαν το ενδιαφέρον μου. Είναι καταστάσεις που ο άνθρωπος μπορεί να βιώσει συγκλονιστικές εμπειρίες και να βρεθεί αντιμέτωπος με μεγάλα ηθικά διλήμματα. Διαπραγματεύεται με την ουσία της ζωής».

Στη Κρήτη, ένα τμήμα του Δημοκρατικού Στρατού επιβίωσε, ακόμα και όταν ο Εμφύλιος τελείωσε στην υπόλοιπη Ελλάδα. Οι αντάρτες αυτοί, έξι άνδρες και δύο γυναίκες, παράνομοι και επικηρυγμένοι, κρύβονταν για 14 χρόνια στο Νομό Χανίων, ανασυγκροτώντας τις παράνομες οργανώσεις. Το 1962, έξι από αυτούς δραπέτευσαν, μέσω Ιταλίας, στην Τασκένδη.

Οι τρεις ζουν και αποτελούν τα κεντρικά πρόσωπα του ντοκιμαντέρ.

Η αντοχή των τσακισμένων υπολειμμάτων του Δημοκρατικού Στρατού και η αυτοθυσία των απλών ανθρώπων που τους έκρυβαν τόσα χρόνια αποκτούν κεντρικό ρόλο στην ταινία του Σταύρου Ψυλλάκη, σε ένα ντοκιμαντέρ προσηλωμένο στον άνθρωπο, την αξιοπρέπειά του, και τα βαθιά του πιστεύω.

Το “Άλλος Δρόμος Δεν Υπήρχε” γίνεται το πρώτο ντοκιμαντέρ που τιμάται με το αντίστοιχο βραβείο Ίρις της νεοσύστατης Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου το 2010.

Ο δημιουργός Σταύρος Ψυλλάκης συστήνει στους συνδρομητές του Cinobo την ταινία του με δικά του λόγια.

Για την αρχική του ενασχόληση με το θέμα:

Όλα ξεκίνησαν από μια ιδέα/πρόταση του φίλου Ματθαίου Φραντζεσκάκη (νυν Διευθυντή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Χανίων), το 2005. Μου σύστησε να διαβάσω το βιβλίο “Άλλος Δρόμος Δεν Υπήρχε” των Ν. & Α. Κοκοβλή. Κάτι είχα ακούσει για την ύπαρξη αυτών των ανθρώπων, αλλά μετά που διάβασα το βιβλίο και διαπίστωσα το μέγεθος της ιστορίας, ομολογώ πως ήμουν βαθιά νυχτωμένος πριν, αν και όλα αυτά έγιναν στον τόπο μου, στο Ν. Χανίων. Ξαφνικά βρέθηκα μπροστά στην αφήγηση ενός κρητικού έπους, με πολύ ευρύτερες διαστάσεις και με πανανθρώπινα και διαχρονικά στοιχεία.

Οι “ήρωες” του διαλέγουν και ζουν σε μια οριακή κατάσταση. Και αυτές οι οριακές καταστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, πάντα κέντριζαν το ενδιαφέρον μου. Είναι καταστάσεις που ο άνθρωπος μπορεί να βιώσει συγκλονιστικές εμπειρίες και να βρεθεί αντιμέτωπος με μεγάλα ηθικά διλήμματα. Διαπραγματεύεται με την ουσία της ζωής.

Όπως πολύ εύστοχα σχολιάζουν για το βιβλίο:

«Το βιβλίο δεν αποτιμά την πορεία της Αριστεράς, δεν εστιάζει σε προβλήματα και λάθη, δεν αποδίδει ευθύνες και δεν αναζητά ενόχους. Ασχολείται με τον άνθρωπο, στις μεγάλες και στις μικρές του στιγμές, ασχολείται με συναισθήματα και ανθρώπινες σχέσεις. … Καθρεφτίζει τη σχέση των “ηρώων” του, με τη φύση και τον τόπο, την Κρήτη, σε όλες τις μεταλλάξεις της. Αναζητά τη σχέση των ανθρώπων με την ίδια την ιστορία τους». (Ι. Παπαθανασίου, ιστορικός)

«Δεν υπάρχει στο βιβλίο η επίμονη αναζήτηση ενόχων, προσωπικών ή απρόσωπων ευθυνών, δεν υπάρχει μετάθεση της ευθύνης σε πρόσωπα, σε συνωμοσίες, σε μεγάλους, … Έτσι ήταν ο κόσμος, έτσι ήταν η ιστορία, μέσα σε αυτά οι άνθρωποι έδρασαν, με άξονα τις δικές τους πεποιθήσεις, το δικό τους αίσθημα ευθύνης, τη δική τους απόφαση». (Γ. Μαργαρίτης, ιστορικός)

Ακολούθως γνώρισα το Νίκο και την Αργυρώ Κοκοβλή και δέχτηκαν να προχωρήσουμε. Αυτοί με έστειλαν και στον Γιάννη Λιονάκη, τον τρίτο επιζώντα αντάρτη, από εκείνη την περίοδο. Μετά οι ιστορίες και οι εμπλεκόμενοι διαρκώς εμπλούτιζαν το σενάριο. Η γνωριμία μας ξεκίνησε το 2005, τα γυρίσματα έγιναν το 2007 και η ταινία κυκλοφόρησε το 2009.

Σήμερα κανείς από τους πρωταγωνιστές της δεν ζει πια. Τους πρόλαβα οριακά και χωρίς τη ζωντανή τους παρουσία, ταινία δεν θα υπήρχε, από εμένα τουλάχιστον.

Στη Θεσσαλονίκη, μετά την επίσημη προβολή της ταινίας, με ρώτησαν γιατί τελικά τα έκαναν όλα αυτά οι πρωταγωνιστές της, μετά τις διαψεύσεις και τις ανατροπές που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια; Δεν ξέρω πως αισθάνονται οι ίδιοι, απάντησα, γιατί άλλοτε νοιώθουν δικαιωμένοι κι άλλοτε όχι. Ξέρω, όμως, ότι στα μάτια μου περπατάνε όρθιοι και αξιοπρεπείς. «Τώρα κατάλαβα πως είμαι άνθρωπος», ακούγεται κάποια στιγμή στην ταινία. Σε αυτό το κομμάτι των αξιών ταυτίστηκα μαζί τους, συμπάσχω και νιώθω σπλαχνικά.

Δεν ήθελα να κάνω μια ιστορική ταινία για τον εμφύλιο.

Για την δημιουργική διαδικασία:

Το βιβλίο «Άλλος Δρόμος Δεν Υπήρχε» αναφέρεται σε μια μεγάλη χρονική περίοδο και σε πολλά θέματα που δύσκολα θα μπορούσαν να περιληφθούν σε μια μόνο ταινία. Από την αρχή επιλέξαμε να ασχοληθούμε μόνο με την περίοδο που οι επικηρυγμένοι αντάρτες κρύβονταν στο Ν. Χανίων και μέχρι την αναχώρηση των 6 από αυτούς, το 1962, από την Ελλάδα. Η συνέχεια της ιστορίας τους αναφέρεται μόνο επιγραμματικά.

Η ταινία δεν είναι μια εικονογράφηση του βιβλίου. Εμπνέεται από αυτό και η ύπαρξη του ήταν η αφορμή για τη δημιουργία της. Εκεί χωρίζουν και οι δρόμοι τους, ακολουθώντας τη δική της δραματουργία.

Έτοιμο σενάριο που θα έπρεπε να υλοποιήσουμε, δεν υπήρξε ποτέ, και ούτε υπάρχει τις ταινίες μας. Αρκεί η επιλογή του θέματος και η διάσταση του που μας ενδιαφέρει. Μετά ας είμαστε ανοιχτοί τις προκλήσεις και τα δώρα της πραγματικότητας. Η δομή και η δραματουργία της ταινίας γίνονται στο μοντάζ.

Μερικές συμπληρωματικές διευκρινήσεις στα παραπάνω για να μην ακουστούν δογματικά:

Οι δικές μας ταινίες συχνά χαρακτηρίζονται ανθρωποκεντρικές, με κυρίαρχο στοιχείο τις εκμυστηρεύσεις των πρωταγωνιστών τους. Η επικοινωνία δύο ανθρώπων προϋποθέτει αμοιβαία εμπιστοσύνη και αν ευοδωθεί, κρύβει πολλές εκπλήξεις. Ανάμεσα σε λόγια, υπαινιγμούς, εύγλωττες σιωπές, εκκωφαντικές σιωπές ή και απλή αμηχανία, έχει πολύ μαγεία και ανταλλαγή πλούσιων δώρων. Χρειάζεται να είσαι ολοκληρωτικά παρόν, να επιστρατεύεις όλη σου την εμπειρία και το είναι, η διαίσθηση σου να μην σε διαψεύσει, να είσαι ανοικτός στο απρόβλεπτο και το απροσδόκητο. Και το κυριότερο, να έχεις πολλαπλά πείσει τον συνομιλητή σου ότι αξίζει τον κόπο η περιπέτεια που τον προσκαλείς να μπείτε. … Τα έτοιμα σενάρια και οι έξυπνες ερωτήσεις λίγο βοηθούν. Κλείνουν πόρτες ειδικά όταν η πραγματικότητα ξεπερνά σε γενναιοδωρία τη φαντασία. Τα τετριμμένα καθημερινά πρόσωπα που συνήθως προσπερνάμε αδιάφορα, στην ταινία γίνονται κάτι άλλο.

Πολλά μας εξέπληξαν κατά την πορεία της δημιουργίας, αλλά, για οικονομία, θα αναφερθώ σε ένα μόνο περιστατικό:

Ήταν η επίσκεψη με τον αντάρτη Γιάννη Λιονάκη, στις σπηλιές του Αποκόρωνα. Μέχρι τότε άκουγα στο σπίτι εντυπωσιασμένος τις ιστορίες του, αλλά μέσα μου διαρκώς έλεγα πως δεν είναι δυνατόν να έγιναν αυτά τα πράγματα. Όταν πήγαμε στις σπηλιές, τα ντοκουμέντα που είδαμε με τα μάτια μας και κυρίως το πάθος και η αγωνία του Γιάννη να μας τα δείξει όλα αυτά (εκεί παίχτηκε σχεδόν όλη του η ζωή), εξαφάνισαν κάθε αμφιβολία μου και υποκλίθηκα στην ειλικρίνεια και στην εντιμότητα του.

Κουβαλούσε ένα μεγάλο φορτίο και σιγά, σιγά μας το παρέδιδε. Αν δει κανείς το πρωτότυπο υλικό θα ακούσει όλο το συνεργείο να τον εκλιπαρεί ” … μη κ. Γιάννη, μην ανεβαίνεις πάνω, φτάνει … “. Ήταν πολύ επικίνδυνο το ανέβασμα και ο Γιάννης ήταν 87χρονών. Όμως αποδείχτηκε πολύ νεότερος απ΄ όλους μας. Το βράδυ που το ξανασκεφτόμουν έβλεπα πως επέμενε για το αυτονόητο …

Για τη θέση του ντοκιμαντέρ στο σημερινό κινηματογραφικό σκηνικό:

Για μένα το δημιουργικό ντοκιμαντέρ είναι μια ταινία που γίνεται με διαφορετικούς όρους απ΄ ότι μια ταινία μυθοπλασίας. Όμως οι διαφορές τους (που υπάρχουν) δεν αφορούν τους όρους “αλήθεια” και “πραγματικότητα”, όπως απλοϊκά ίσως νομίζουμε.

Και τα δύο είναι μυθοπλασία.

Όσο κι αν το ξεχνάμε, όταν κινηματογραφείς ένα πρόσωπο ή μία κατάσταση, κινηματογραφείς ταυτόχρονα και εσένα τον ίδιο. Μ’ εσένα συνομιλεί έτσι ο «πρωταγωνιστής» σου κι εσύ είσαι που φιλτράρεις και βλέπεις έτσι τα γεγονότα ή τις καταστάσεις. Δείτε τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Στην ίδια πραγματικότητα υποτίθεται ότι αναφέρονται.

Όσον αφορά το θέμα, αυτό μπορεί να είναι οποιοδήποτε. Πρωτότυπο ή όχι, σημαντικό ή τετριμμένο, γνωστό ή άγνωστο, λίγη σημασία έχει. Δεν κάνουν τα θέματα τις ταινίες σπουδαίες, αλλά ο τρόπος που θα τα προσεγγίσουμε, θα τα φωτίσουμε και θα μιλήσουμε γι΄ αυτά. Η αύρα που τελικά θα εκπέμπει το δημιούργημά μας.

Η δημιουργία ενός τέτοιου ντοκιμαντέρ είναι μια μικρή υιοθεσία του θέματος και των προσώπων που παρουσιάζονται, των “ηρώων” του ας πούμε. Η συζήτηση με τους υιοθετημένους “ήρωές” μας, διέπεται από την επίγνωση, αλλά και τη βαθιά, τουλάχιστον δική μου, πεποίθηση, ότι όλοι μας “κάθε φόρα λέμε την αλήθεια που μπορούμε να πούμε”. Οι μηχανισμοί εξαπάτησης και αυτοεξαπάτησης είναι διαρκώς παρόντες και δεν είναι θέμα ηθικής, αλλά επιβίωσης και εξέλιξης, εμάς των ίδιων αλλά και του είδους μας.

Με αυτούς τους όρους, η θέση του ντοκιμαντέρ, στο σημερινό κινηματογραφικό σκηνικό δεν βλέπω να διαφοροποιείται από την ταινία μυθοπλασίας. Το σημαντικό είναι αν η ταινία έχει κάτι να πει. Τα υπόλοιπα είναι φιλολογία νομίζω.

Ετικέτες
Μοιράσου το άρθρο
Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest