
«Δεν είναι ένα σκοτεινό-γκρι σκανδιναβικό σόου. Είναι ζεστό, πολύχρωμο»: Πώς το «Blackport» ζωντάνεψε τα ‘80s για μια συναρπαστική ιστορία ισχύος
«Η Αφρική έχει τον χρυσό, η Κολομβία την κοκαΐνη… η Ισλανδία έχει τα ψάρια», ανέφερε το pitch του Blackport όταν ήταν ακόμα σε στάδιο προετοιμασίας. Δηλαδή;
Στη δεκαετία του ’80, η Ισλανδία ήταν πολύ διαφορετική από ό,τι είναι σήμερα: οποιοσδήποτε μπορούσε να βγει για ψάρεμα. Στη συνέχεια όμως, μια νομοθεσία εισήγαγε ένα σύστημα ποσοστώσεων. Σταδιακά, μόνο μια χούφτα άνθρωποι στην Ισλανδία επιτρεπόταν να ψαρεύουν. Η σειρά περιστρέφεται γύρω από αυτό το θέμα: μια ομάδα φίλων χτίζει μια αλιευτική αυτοκρατορία, αλλά οι εσωτερικές συγκρούσεις και η απληστία τους στρέφουν τον έναν εναντίον του άλλου. Στο τέλος, μόνο ένας από αυτούς κατέχει όλες τις ποσοστώσεις και οι υπόλοιποι μένουν χωρίς τίποτα.
Όλα στη σειρά είναι εμπνευσμένα από αληθινά γεγονότα: εκείνη την περίοδο, λίγοι άνθρωποι έγιναν δισεκατομμυριούχοι πολύ γρήγορα.
Η δράση τοποθετείται στη δεκαετία του 1980, στα Δυτικά Φιόρδ της Ισλανδίας, όπου παιδικοί φίλοι μετατρέπουν μια μικρή αλιευτική δραστηριότητα σε μια τεράστια αυτοκρατορία, μέσα σε ένα τοπίο διαρκώς μεταβαλλόμενων κανονισμών. Η σειρά καταγράφει πώς η απόφαση της ιρλανδικής κυβέρνησης να εισαγάγει ποσοστώσεις αλιείας ανέτρεψε την ισορροπία ολόκληρης της βιομηχανίας, καθώς πολλοί εργαζόμενοι επηρεάστηκαν και ακμάζουσες μέχρι τότε αλιευτικές κοινότητες βρέθηκαν αντιμέτωπες με την εξαφάνιση.
Και εξερευνά τη δραματική ένταση ανάμεσα στην αγροτική ζωή, την ιδιωτικοποίηση των αλιευτικών πεδίων και τις μεταβαλλόμενες ισορροπίες ισχύος μεταξύ των χαρακτήρων.
Τι είναι όμως αυτό που έδωσε στους δημιουργούς αυτού του ιδιόμορφου κοινωνικού δράματος, το κίνητρο να πουν μια τέτοιου τύπου ιστορία μέσα σε αυτό το πλαίσιο – μιας Ισλανδίας όπου αρχίζουν να σχηματίζονται οι μετέπειτα κανόνες της βιομηχανίας αλιείας; Και πώς αυτό καταλήγει να προσφέρει καθηλωτική τηλεόραση;
Ο Γκίσλι Ερν Γκάρνταρσον συν-δημιουργός, σκηνοθέτης και εκ των πρωταγωνιστών της σειράς, ανέπτυξε το σκεπτικό του μιλώντας στο Drama Quarterly το φθινόπωρο του ‘21.
Η δημιουργική ομάδα επιδίωξε να τοποθετήσει ένα σύνολο χαρακτήρων σε κωμικές και δραματικές καταστάσεις που αντανακλούν τις ζωές μιας παρέας φίλων που μεγαλώνουν σε μια μικρή ισλανδική αλιευτική πόλη, η οποία τώρα παλεύει να επιβιώσει.
«Ανήκω στη δεύτερη γενιά μετά από όσα συνέβησαν και εγώ ο ίδιος δεν είχα ιδέα περί τίνος επρόκειτο», λέει ο Γκάρνταρσον. «Σίγουρα, και οι επόμενες γενιές που έρχονται τώρα δεν έχουν ιδέα. Είναι ένα σύστημα στο οποίο έχουμε συνηθίσει πλέον. Όμως είναι ένα σύστημα που θα έπρεπε να αμφισβητείται και να συζητείται πολύ περισσότερο απ’ όσο συμβαίνει, απλώς είναι τόσο μεγάλο ζήτημα που δεν καταφέραμε ποτέ να το επεξεργαστούμε πλήρως, γιατί πρόκειται για κάτι τεράστιο για την Ισλανδία και είναι ένα μεγάλο θέμα.»

«Αφορά επίσης το ποιος πρέπει να κατέχει τους φυσικούς πόρους οπουδήποτε στον κόσμο. Εδώ στην Ισλανδία, μόνο μια χούφτα άνθρωποι επιτρέπεται να ψαρεύουν, πράγμα που σημαίνει ότι το σύστημα είναι ιδιωτικοποιημένο. Θέλαμε απλώς να κατανοήσουμε καλύτερα τι είχε συμβεί και γιατί είναι έτσι τα πράγματα, γι’ αυτό δημιουργήσαμε αυτή τη σειρά. Φανταστήκαμε τους εαυτούς μας στην καρδιά μιας μικρής πόλης στα Δυτικά Φιορδ τη δεκαετία του ’80, να μας δίνεται αυτή η ευκαιρία και πώς αυτό θα μπορούσε να εξελιχθεί μεταξύ μας. Αυτό, ελπίζουμε, θα εξηγήσει τι συνέβη και πώς οι άνθρωποι το εκμεταλλεύτηκαν.»
Καθώς η ιστορία εξελίσσεται, η σειρά ακολουθεί μια παρέα που ξαφνικά βρίσκονται σε θέση εξουσίας, με μεγαλύτερες φυσικά οικονομικές απολαβές.
«Κάποιος έχει περισσότερα χρήματα ή περισσότερη εξουσία από έναν άλλο φίλο, και κάποιος αρχίζει να κοιμάται με κάποιον και τα προσωπικά επηρεάζονται», λέει ο Γκάρνταρσον στο DQ. «Όλα βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα και είναι δύσκολο να το πιστέψεις. Λένε συχνά ότι με την πραγματικότητα δεν μπορείς να επινοήσεις τέτοια πράγματα. Η πραγματικότητα είναι πιο μυθοπλαστική από τη μυθοπλασία. Αυτό ισχύει σίγουρα ως προς το πώς προέκυψαν όλα αυτά. Η πρόκληση είναι να μην το κάνεις στεγνό και απλώς ενημερωτικό, κατά κάποιον τρόπο, αλλά ψυχαγωγικό και δραματικό.»
«Το πάθος να αφηγηθούμε αυτή την ιστορία] είναι πραγματικά εθνικό, με την έννοια ότι δεν μπορώ να αγοράσω ένα καΐκι και να πάω για ψάρεμα», εξηγεί. «Υπάρχουν τόσες πολλές πλευρές σε αυτό που είναι, ειλικρινά, τόσο παράλογες. Είναι ένα ζήτημα που αγγίζει βαθιά τη χώρα. Και δημιουργήθηκε όταν ήμασταν παιδιά. Απλώς θέλαμε να το σκάψουμε και να το κατανοήσουμε οι ίδιοι.»
Όσο για οπτικό ύφος της σειράς, που αγγίζει και τη νοσταλγία για τα ‘80s, λέει πως: «Φυσικά, έχει μια αίσθηση δεκαετίας του ’80 και είναι μερικές φορές πολύ δραματικό, σχεδόν σαν σαπουνόπερα. Θέλαμε να το κάνουμε μια πολύ προσωπική σειρά, όχι ψυχρή αλλά ζεστή. Επειδή η περίοδος έχει μια νοσταλγική ζεστασιά, δεν είναι ένα σκοτεινό-γκρι σκανδιναβικό σόου. Είναι ένα ζεστό, πολύχρωμο δράμα.»
«Αλλά ελπίζω επίσης να βοηθήσουμε να προχωρήσει η συζήτηση, ενώ ταυτόχρονα κάνουμε κάτι που είναι ψυχαγωγικό. Ξέρω ότι αυτό συχνά θεωρείται απαγορευμένη λέξη στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο, το “ψυχαγωγικό”, αλλά δεν ντρεπόμαστε να λέμε ότι προσπαθούμε να ψυχαγωγησουμε, την ώρα που προσπαθούμε να συζητήσουμε μια πολύ σημαντική πολιτική αγορά που μας επηρεάζει όλους και θα επηρεάσει τα παιδιά και τα εγγόνια μας για δεκαετίες», καταλήγει.
H σειρά "Blackport" είναι διάθεσιμη στο Cinobo
Δες τη σειρά εδώ











