Η φόρμα της ταινίας ενισχύει αυτή την αίσθηση οικειότητας. Οι χαρακτήρες μιλούν απευθείας στην κάμερα, σαν να απολογούνται ή απλά σαν να δίνουν εξηγήσεις, σαν να ζητούν κατανόηση, σαν να προσπαθούν να πείσουν πρώτα τον εαυτό τους. Πάντα υπάρχει μια εξήγηση, πάντα υπάρχει ένα γιατί, πάντα υπάρχει ένας άλλος που φταίει περισσότερο.
Κάπως έτσι το Black Stone περιγράφει το σήμερα με την ακρίβεια του ιστοριογράφου και την “τσαχπινιά” του κινηματογραφιστή. Σε μια Ελλάδα κουρασμένη, καχύποπτη, μπερδεμένη ανάμεσα στην ανάγκη για φροντίδα και στην αδυναμία να αναλάβει ευθύνη, η ταινία λειτουργεί σαν καθρέφτης. Όχι για να κατηγορήσει, αλλά για να παρατηρήσει με ακρίβεια και τρυφερότητα. Να δείξει πώς η αγάπη μπορεί να γίνει ασφυκτική, πώς η καλοπροαίρετη πρόθεση μπορεί να καταλήξει σε άρνηση της πραγματικότητας και όλα αυτά μαζί, σε ένα σουρεάλ μείγμα που στο μέλλον θα μπορούσε να είναι η ακριβής καταγραφή της ελληνκής παράνοιας.
Το Black Stone δεν προσφέρει λύσεις και δεν υπόσχεται κάθαρση. Προσφέρει κάτι πιο σπάνιο. Την αίσθηση ότι αυτό που βλέπεις το έχεις ξαναζήσει, το έχεις ακούσει, ίσως το έχεις πει κι εσύ ο ίδιος. Και αυτή ακριβώς είναι η δύναμή του. Μια ταινία βαθιά ελληνική, όχι επειδή θέλει να είναι, αλλά επειδή δεν μπορεί μην είναι.