
«Η Ιστορία του χθες δεν είναι Ιστορία του παρελθόντος, αλλά του παρόντος»: Ο Αγγελόπουλος για τον Αγγελόπουλο

Αποσπάσματα από δύο σπάνιες συνεντεύξεις του στο Sight & Sound και στο National Film Theatre.
Τον Ιανουάριο του 2012, όταν συνέβη η μεγάλη απώλεια του Θόδωρου Αγγελόπουλου, το μεγάλο βρετανικό περιοδικό Sight & Sound κυκλοφόρησε φιλοξενώντας μια συνέντευξη του Έλληνα auteur που είχε πραγματοποιηθεί λίγο πριν τον θάνατό του. Όπως αναφέρει στο in memoriam ο Νικ Μπράντσο, «σοκαριστήκαμε στο άκουσμα της είδησης του θανάτου του Theo Angelopoulos, ενός εκ των αληθινών σπουδαίων του παγκόσμιου σινεμά» και αργότερα αναφέρει πως «ο Ντέιβιντ Τζένκινς πήρε συνέντευξη από τον Αγγελόπουλο τον Νοέμβριο για αυτό το άρθρο που βρίσκεται στο τρέχον τεύχος μας, και δημοσιεύτηκε online μόλις πριν 2 εβδομάδες».
Εκτός από την συνέντευξη με τον Τζένκινς, ο Μπράντσο παραθέτει και μια νέα δημοσίευση του transcript μιας βαθιάς συνέντευξης του Αγγελόπουλου με τον Τζεφ Άντριου, στη σκηνή του National Film Theatre από το 2003.
Με αυτές τις δύο συζητήσεις, το έγκριτο Sight & Sound προσέφερε έναν τελευταίο αποχαιρετισμό του μεγάλου δημιουργού, μέσα από τα δικά του λόγια. Τώρα, καθώς το πλήρες σύνολο του έργου του γίνεται διαθέσιμο μέσα από το Cinobo, ξεχωρίζουμε κάποια από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία από τα όσα λέει ο Αγγελόπουλος σε αυτές τις δύο συζητήσεις.
Προσφέροντας έτσι μια σύντομη αναδρομή στο έργο του, και τη σχέση του με την Ιστορία και τον Μύθο, μέσα από τα δικά του λόγια.
(Πηγές: Η συνέντευξη στο Sight & Sound | Η συνέντευξη στο National Film Theatre )

Ο «ΘΙΑΣΟΣ» ΚΑΙ ΕΝΑ ΣΙΝΕΜΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ
Όταν άρχισα να κάνω τον «Θίασο», όταν χρειάστηκε να αναμετρηθώ με την ιστορία της χώρας μου, υπήρχε ένας τεράστιος όγκος υλικού. Δεν μπορούσα να τον διαχειριστώ με γραμμικό τρόπο, δηλαδή με έναν τρόπο όπου κάθε περιστατικό, ιστορικά και χρονολογικά, θα διαδεχόταν το προηγούμενο.
Αυτό που λείπει από μια ιστορική απαρίθμηση, και αυτό που είχα ως πρόβλημα με τα βιβλία Ιστορίας που διάβαζα, ήταν ότι η ιστορία, τα γεγονότα, χάνονταν καθώς το αφήγημα κατευθυνόταν προς το παρόν. Ήθελα να δημιουργήσω μια διαλεκτική σχέση με τον χρόνο και με την ιστορία: ότι η ιστορία του χθες δεν είναι ιστορία του παρελθόντος αλλά του παρόντος. Ότι το χθες δεν είναι κάτι ξεχασμένο και εγκαταλειμμένο στον παρελθόντα χρόνο, αλλά είναι παρόν. Ορίζει το παρόν και την ιστορία του παρόντος.
Με αυτόν τον τρόπο γεννήθηκε ένας τρόπος δουλειάς και –χωρίς να φαίνομαι εγωιστής– είναι μοναδικός στην ιστορία του κινηματογράφου: ταυτόχρονα το παρελθόν και το παρόν, στο ίδιο πλάνο, στην ίδια λήψη, χωρίς διαχωριστικές γραμμές, με τρόπο που να δημιουργείται πλήρης σύγχυση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Και [να δημιουργηθεί] αυτός ο διάλογος, αυτή η διαλεκτική. Να παραχθεί, όπως σε κάθε διαλεκτική, ένα τρίτο αποτέλεσμα, ένα ιστορικό συμπέρασμα.

«ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ» ΚΑΙ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Ο αιώνας άρχισε με το Σαράγεβο και τελείωσε με το Σαράγεβο. Ποιο μάθημα πήραμε από το πρώτο Σαράγεβο στο δεύτερο; Το ερώτημά μου είναι: μαθαίνουμε από την Ιστορία; Μαθαίνουμε από το αίμα που χύθηκε; Μαθαίνουμε από όλα όσα συνέβησαν; Σε ποιον βαθμό μπορούμε να πούμε ότι προχωράμε, ότι εξελισσόμαστε; Προοδεύει ο κόσμος; Ή πρόκειται απλώς για τεχνολογική πρόοδο και όχι για πρόοδο της συνείδησης;
Αυτό ήταν το πρόβλημα που αντιμετώπισα τη δεύτερη φορά που έπρεπε να αντιμετωπίσω αυτό το ζήτημα στο «Βλέμμα του Οδυσσέα». Όμως στο «Βλέμμα του Οδυσσέα» υπάρχει και κάτι ακόμη. Υπάρχει η ιστορία του βλέμματος. Το ερώτημά μου ήταν: βλέπω; Βλέπω καθαρά; Μπορώ ακόμη να βλέπω; Ύστερα από όλα όσα έχουν συμβεί, ύστερα από τόσες εικόνες που έχουν εισχωρήσει η μία μέσα στην άλλη, με τρόπο που χάνουν την προέλευσή τους και τη διαύγειά τους, βλέπω ακόμη; Αυτό ήταν που πυροδότησε το «Βλέμμα του Οδυσσέα».

ΟΙ ΜΥΘΟΙ, ΤΑ ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ ΚΑΙ Η «ΟΔΥΣΣΕΙΑ»
Γιατί σας αρέσει να χρησιμοποιείτε τον μύθο στις σύγχρονες ταινίες σας;
Κοιτάξτε, στην Ελλάδα γεννιόμαστε μέσα σε ένα περιβάλλον όπου οι μύθοι είναι πράγματα που τα μαθαίνουμε από το σχολείο, σε ένα περιβάλλον μύθων και σπασμένων αγαλμάτων. Γιατί δεν με ρωτήσατε για αυτά τα σπασμένα αγάλματα;
Είδα ένα σπασμένο άγαλμα στο τέλος του «Μεγαλέξανδρου».
Και υπάρχει ένα ακόμη στο «Τοπίο στην Ομίχλη». Και υπάρχουν κι άλλα. Κοιτάξτε, προσπαθώ να καταλάβω τι είναι –και τι σημαίνει για μένα– αυτό που ονομάζουμε καταγωγή, ρίζες. Δεν ξέρω αν είμαι καθαρός Έλληνας. Δεν έχω κάνει τεστ DNA. Για μένα, Έλληνας είναι όποιος μιλάει ελληνικά. Όπως είπε ο Χάιντεγκερ, η μόνη μας ταυτότητα είναι η μητρική μας γλώσσα. Η μητέρα μου μιλούσε ελληνικά, η γιαγιά μου μιλούσε ελληνικά και μάλιστα κρητικά ελληνικά: λίγο διαφορετικά, αλλά κουβαλούσαν μια ιστορία, τη γλώσσα, μια εξέλιξη της γλώσσας, την ποίηση της γλώσσας.
Στο σχολείο μας δίδασκαν τον Όμηρο, την «Οδύσσεια». Είχα πρόβλημα με την «Οδύσσεια». Είχα έναν απαίσιο δάσκαλο που δεν μου άρεσε καθόλου. Μιλούσε για «υποκείμενο/αντικείμενο», και πιθανώς εγώ προσπαθούσα να καταλάβω τι συνέβαινε και εκείνος μου εξηγούσε κανόνες γραμματικής. Μισούσα τον Όμηρο. Όταν βρέθηκα στο Παρίσι λίγα χρόνια αργότερα, είχα όλο γαλλικά, γαλλικά, γαλλικά. Αγαπούσα τα γαλλικά, αλλά ήταν πάρα πολλά. Αναζήτησα μια διέξοδο όπου μπορούσα, και ξαφνικά επέστρεψα στον Όμηρο, εντελώς τυχαία σας διαβεβαιώνω.
Και ξαφνικά σε αυτή την αρχαία ελληνική γλώσσα, που οι περισσότεροι Έλληνες δεν καταλαβαίνουν, επειδή από καθαρό εγωισμό ήμουν καλός μαθητής, μπορούσα να καταλάβω, μπορούσα να τη διαβάσω. Και ξαφνικά ανακάλυψα μια μουσική και [ένιωσα] ένα παράξενο ρίγος: ναι, έρχομαι από κάπου εκεί, είμαι από εκεί. Και έγινε το κείμενο που αγάπησα, το πρώτο ταξίδι, το πρώτο γραπτό ταξίδι στην ιστορία της Ευρώπης.

Η «ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ» ΚΑΙ Η ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΕΝΟΣ ΠΛΑΝΟΥ
Για την πρώτη σεκάνς στην «Αναπαράσταση», θυμάμαι τον οπερατέρ να με ρωτά πόση διάρκεια έπρεπε να έχει η λήψη. Καθώς η κάμερα άρχισε να γράφει, έκλεισα τα μάτια μου. Άκουγα τους ήχους που έκαναν οι ηθοποιοί. Μπορούσα να ακούσω την αναπνοή τους και τα βήματά τους. Όταν μου ακούστηκε σωστό, είπα “Στοπ”. Και ήταν τέλειο.
Ο χρονισμός αυτών των πλάνων δεν είναι κάτι που επιλέγω. Αυτά τα πλάνα δεν είναι εκτεταμένα με κανέναν τρόπο. Κάθε πλάνο είναι απλώς όσο χρειάζεται να είναι. Είναι περισσότερο ζήτημα ενστίκτου παρά επιλογής. Όταν σχεδιάζω αυτά τα πλάνα, πρέπει να αποφασίσω αν θα υποκύψω σε όσα βλέπω με τα ίδια μου τα μάτια. Έπειτα πρέπει να αποφασίσω αν αξίζει να επέμβω με κάποιον τρόπο στο τοπίο ώστε να ταιριάξει με το αρχικό μου όνειρο.

ΟΙ ΕΠΙΡΡΟΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΙΝΕΜΑ ΤΩΝ ‘10s
[Κείμενο από τον Ντέιβιντ Τζένκινς]
Η μέθοδος του Αγγελόπουλου στη δημιουργία εικόνων έχει προφανώς επηρεάσει πολλούς σύγχρονους σκηνοθέτες. Το «Once Upon a Time in Anatolia» του Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν φέρει έντονα αυτό το άγγιγμα του Αγγελόπουλου, όπως και το «Le quattro volte» του Μικελάντζελο Φραμαρτίνο. Πώς αισθάνεται όταν βλέπει μια ταινία που έχει σαφώς διαμορφωθεί υπό την επίδραση του ύφους του; «Κάθε γενιά επηρεάζεται από την προηγούμενη», παραδέχεται. «Είναι ένας κύκλος επανεπεξεργασίας, μια παράδοση ιδεών μέσα στον χρόνο. Αν δω ποτέ μια ταινία όπου υπάρχει ένα μεγάλο πλάνο ή μια ιδέα που θα αναγνώριζα από τις δικές μου ταινίες, απλώς θυμάμαι ότι κι εγώ επηρεάστηκα –πιθανώς ασυνείδητα– από τη γενιά των κινηματογραφιστών πριν από εμένα, και εκείνοι πιθανότατα θα είχαν την ίδια αντίδραση αν έβλεπαν τις δικές μου ταινίες.»
Παρά μια οικονομία σε κατάρρευση, ο ελληνικός κινηματογράφος βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε εξαιρετική κατάσταση, με νέους, αιχμηρούς δημιουργούς όπως ο Γιώργος Λάνθιμος («Κυνόδοντας») και η Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη («Attenberg») να εντυπωσιάζουν (και κατά καιρούς να σκανδαλίζουν) το κοινό παγκοσμίως. «Βρίσκω αυτές τις ταινίες πραγματικά πολύ ενδιαφέρουσες», λέει ο Αγγελόπουλος. «Υπάρχει μια νέα γενιά κινηματογραφιστών στην Ελλάδα. Έχουν δημιουργήσει μια νέα γλώσσα και έχουν κάτι να πουν. Είναι πολύ διαφορετικό από τον λεγόμενο Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο της δεκαετίας του ’70, και είναι καλό να βλέπει κανείς ότι, ύστερα από τόσα χρόνια, υπάρχει ξανά ένα νέο κύμα δημιουργικής δραστηριότητας.»
Όλη η φιλμογραφία του Θόδωρου Αγγελόπουλου είναι διαθέσιμη στο Cinobo










