Journal

Ο Ναγκίσα Όσιμα γράφει για τις συναντήσεις του με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο

Ο Ναγκίσα Όσιμα γράφει για τις συναντήσεις του με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο

Γιάννης
Γιάννης Βασιλείου
Δημοσιεύτηκε
7 Ιαν 2026
Κατηγορία

Η βροχή ξεκίνησε και ο Θόδωρος ψέλλιζε συνέχεια: «οι καιροί είναι κακοί για όλους μας»

Πέρα από σημαντικός σκηνοθέτης του παγκόσμιου κινηματογράφου, στην πατρίδα του ο Ναγκίσα Όσιμα υπήρξε αιρετικός public speaker και δεινός αρθογράφος. Επίσης, εκτιμούσε ιδιαιτέρως τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, τον οποίο είχε συναντήσει αρκετές φορές, και είχε γράψει και δύο δοκίμια για τον Έλληνα σκηνοθέτη. Το ένα ήταν ένα εξαιρετικά διεισδυτικό άρθρο για τον Θίασο, που μπορείτε να βρείτε μεταφρασμένο στα ελληνικά στην έκδοση του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με τίτλο «Θόδωρος Αγγελόπουλος» (Εκδόσεις Καστανιώτη). Το άλλο αφορούσε τις συναντήσεις του με τον Αγγελόπουλο.

Πίσω από την χαρακτηριστική ελευθεροστομία του Όσιμα και τον κατά διαστήματα σκωπτικό τόνο, πίσω από την (αναπόφευκτη) αυτοαναφορικότητα, μπορεί να διακρίνει κανείς την εκτίμηση και τον σεβασμό που έτρεφε για τον σπουδαίο δημιουργό και να συνδυάσει τη χρονολογία των συναντήσεων με τη δημιουργική (και μη) φάση που βρισκόταν τότε, όπως τη γνωρίζει μέσα από άλλες αφηγήσεις και συγγράμματα και, βασικά, από τις ίδιες τις ταινίες. Και, στ' αλήθεια, είναι δύσκολο να μη συγκινηθεί, όταν ο Ιάπωνας δημιουργός προχωρά ξαφνικά σε μια προσωπική συνειδητοποίηση ή, πιο σωστά, εξομολόγηση που αφορά τους Κυνηγούς, μια ταινία που τόσο είχε αδικηθεί στην εποχή της.

Σας παρουσιάζουμε το εν λόγω άρθρο του Όσιμα παρακάτω, σε ελληνική απόδοση.

OSHIMA_1.webp

Η Ευτυχία των «Κυνηγών»

Οι άνθρωποι κατεβάζουν διαρκώς ιδέες. Μερικοί μάλιστα πιστεύουν ότι θα είχε ενδιαφέρον να φέρει κανείς σε συνάντηση έναν σκηνοθέτη με έναν άλλον σκηνοθέτη. Πόσο ωραίο θα ήταν να συναντηθούν δύο άνθρωποι που έχουν κάτι τέτοιο κοινό, σκέφτονται, Στην πραγματικότητα, όμως, κάτι τέτοιο θα ήταν επιβαρυντικό για έναν κινηματογραφιστή. Κι αυτό γιατί δεν έχουμε τίποτα να πούμε. Όλοι οι σκηνοθέτες έχουμε το μυαλό μας γεμάτο με τις δικές μας σκέψεις και δεν μένει χώρος για τίποτε άλλο. Μιλάμε μεν σε κριτικούς και δημοσιογράφους, των οποίων η δουλειά τους είναι να μας ακούσουν, αλλά η συνομιλία με άλλους σκηνοθέτες είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Για εμάς, ακόμη και το να μιλήσουμε για την ταινία ενός άλλου σκηνοθέτη είναι δύσκολο, κυρίως επειδή όλοι ξέρουμε πώς θα εξελιχθεί. Είτε θα λέμε «είναι εντυπωσιακή η δουλειά σου» και κάτω από το φαινομενικό ενδιαφέρον οι καρδιές μας θα είναι γεμάτες περιφρόνηση, είτε θα είμαστε εντελώς αδιάφοροι.

Με άλλα λόγια, μας είναι αδύνατο να μιλήσουμε για ταινίες. Ακόμη κι αν μπορούσαμε όμως, δεν θα συζητούσαμε γι’ αυτές  σαν να μιλάμε για ένα εστιατόριο που ανακαλύψαμε χθες, το οποίο σερβίρει λαχταριστό φαγητό. Αν είμαστε και οι δύο Ιάπωνες, θα μπορούσαμε να σκοτώσουμε την ώρα μας, συζητώντας για τη μείωση της προσέλευσης στους κινηματογράφους ή παραπονούμενοι για τα κινηματογραφικά πλατό και για τη δυσκολία να βρούμε τεχνικούς, έστω και με ελάχιστη εμπειρία. Ωστόσο, με σκηνοθέτες από το εξωτερικό, η ανταλλαγή εμπειριών θα ήταν μια διαδικασία παντελώς μάταιη, λίγο σαν το παγκόσμιο σοσιαλιστικό κίνημα.

Αν και δεν μπορώ να εγγυηθώ για την αλήθεια της ιστορίας, καθώς μου την αφηγήθηκε τρίτος, κάποιος κάπου κάποτε είχε τη μεγαλειώδη ιδέα να κανονίσει μια συνάντηση ανάμεσα στον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και τον Αλέν Ρενέ. Κανονίστηκε το δείπνο, λοιπόν, στο οποίο, φυσικά, δεν συμμετείχαν μόνο οι δυο σκηνοθέτες, αλλά και κάποιοι άλλοι. Καθώς το δείπνο προχωρούσε, οι δυο τους δεν είχαν ανταλλάξει ούτε λέξη. Η αγωνία των καλεσμένων είχε φτάσει στο κατακόρυφο και όταν πια είχαν πειστεί ότι το δείπνο θα τελείωνε δίχως καμία συνομιλία μεταξύ των σκηνοθετών, ο ένας από τους δύο γύρισε προς τον άλλον, όταν σερβιρίστηκε ο καφές, και ρώτησε: «Τι φακό χρησιμοποίησες σε εκείνο το πλάνο στην τάδε ταινία;» κι ο άλλος απάντησε: «Ήταν ένας φακός τόσων χιλιοστών». Κι ενώ οι καρδιές όλων σκίρτησαν και περίμεναν με παιδικό ενθουσιασμό όσα φοβερά θα ακολουθούσαν, η συζήτηση σταμάτησε εκεί.

Όπως καταλαβαίνετε, είναι  δύσκολο να ανταλλάξουμε έστω και λίγα λόγια μεταξύ μας. Από αυτή την άποψη, υποθέτω ότι αποτελώ κάποιας μορφής εξαίρεση. Μπορώ να αποκαλώ φίλους μου τον Βιμ Βέντερς και τον Μπερτολούτσι και μου είναι εύκολο να μιλάω με Γερμανούς, όπως ο Φόλκερ Σλέντορφ και ο Ράινχαρντ Χάουφ. Τα πήγαινα καλά και με τους Νοτιοαμερικανούς σαν τον Νέλσον Περέιρα ντος Σάντος και τον Γκλάουμπερ Ρόσα, που δεν βρίσκεται πια στη ζωή. Αν και δεν μου δίνεται συχνά η ευκαιρία να συναντώ Αμερικανούς σκηνοθέτες, ο Κόπολα με είχε κάποτε καλέσει στους αμπελώνες του. Ο Μπομπ Ράφελσον ήταν ένας ευχάριστος άνθρωπος και ο Στάνλεϊ Ντόνεν, τον οποίο συνάντησα μια φορά στο κινηματογραφικό φεστιβάλ του Μονάχου, όπου και οι δυο μας είχαμε αφιερώματα στο έργο μας, ήταν ένας άνθρωπος με χάρη. 
Όσο για τον Λι Τζανγκ-Χο, τον Χου Χσιάο-σιεν ή τον Τζιμ Τζάρμους, μιλάμε όταν τυχαίνει να συναντηθούμε, αλλά αισθάνομαι μια μικρή επιφύλαξη από τη μεριά τους, πιθανώς λόγω της διαφοράς ηλικίας μας.

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, από την άλλη, δεν είχε ποτέ του καμία επιφύλαξη. Ο αριθμός των συνομιλιών μας και ο χρόνος που έχουμε περάσει μαζί ξεπερνά κατά πολύ τον χρόνο που έχω περάσει με τους άλλους. Αυτό οφείλεται κατά ένα μέρος στην ομοιότητα στην ομοιότητα των αντιλήψεών μας γύρω από την αισθητική και κατά ένα άλλο στην αγάπη του Θόδωρου για τη συζήτηση. Ή, θα τολμούσα να πω, στην αγάπη του να δίνει λόγους.
 

THEO.webp

Πίσω στο 1976, ένα βράδυ στις Κάννες, μόλις είχαμε καθίσει στο καφέ Le Petit Carlton ή σε κάποιο άλλο μέρος. Ή μάλλον είχαμε μόλις καθίσει σε ένα εστιατόριο και είχαμε παραγγείλει ένα απεριτίφ. Σε κάθε περίπτωση, δεν είχαμε ακόμη αρχίσει να τρώμε.«Κύριε Αγγελόπουλε, τι είδους ταινίες κάνετε;» ρώτησε η σύζυγός μου, Ακίκο Κογιάμα, η οποία, μυστηριωδώς, με συνόδευσε εκείνο το βράδυ. Ίσως η ερώτηση να ήταν «για ποιον λόγο αρχίσατε να κάνετε κινηματογράφο» ή κάτι σχετικό . Σε κάθε περίπτωση, ήταν απλώς μία από εκείνες τις τυπικές ερωτήσεις που συνηθίζουν να  απευθύνουν οι ηθοποιοί στους σκηνοθέτες από ευγένεια. Ο Θόδωρος, όμως, που την πήρε απολύτως σοβαρά, άρχισε να μιλάει για τα πάντα.

Για τη φοιτητική του ζωή στη Νομική, τις μικρού μήκους ταινίες του, τη σημασία της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας στις Μέρες του ’36 (1972) και στον Θίασο (1975). Μιλούσε ασταμάτητα και τα έπιασε όλα με χρονολογική σειρά. Είχαμε ολοκληρώσει το δείπνο και δεν είχε τελειώσει, επιστρέψαμε στο Petit Carlton ή κάπου αλλού και μιλούσε ακόμα δεν σταμάτησε ούτε την επόμενη ημέρα. Στο βιβλίο του Travel for the Movies, ο κριτικός Γιασούσι Καουαραμπάτα αναφέρεται σε αυτό το περιστατικό και γράφει ότι διήρκησε μια ώρα. Να είστε σίγουροι ότι κράτησε πολύ περισσότερο. Ο Θόδωρος δεν μένει ικανοποιημένος αν δεν βάλει τα πράγματα στη σωστή σειρά. Και μπορεί η σύζυγός μου, που άναψε κείνη τη φωτιά, να μη χρειαζόταν να κάνει τίποτα άλλο όλη αυτή την ώρα πέρα από το να γνέφει καταφατικά, για τον κύριο Χαγιάο Σιμπάτα της εταιρείας France Film, που έπρεπε να μεταφράζει, ήταν μια τελείως διαφορετική υπόθεση. Βέβαια, και ο ίδιος ο κύριος Σιμπάτα έχει την τάση να βάζει τα πράγματα σε τάξη και, υπό αυτή την έννοια, ορθώς διανέμει εκείνος τις ταινίες του Θόδωρου στην Ιαπωνία.

Την επόμενη χρονιά ήταν η χρονιά των Κυνηγών. Η παρουσία μου στις Κάννες ήταν, υποτίθεται, για συναντήσεις σχετικά με την επερχόμενη Αυτοκρατορία τoυ Πάθους (1978), όμως στην πραγματικότητα δεν είχα πολλά να κάνω. Καθώς περπατούσα άσκοπα στην Κρουαζέτ, ο κύριος Σιμπάτα με πλησίασε από πίσω και μου είπε: «Κύριε Όσιμα, πέρσι αναστατώσατε τις Κάννες με την Αυτοκρατορία των Αισθήσεων(1976), αλλά φέτος, χωρίς ταινία, είστε απλώς άλλος ένας από τους επισκέπτες». Αφού ξεστόμισε αυτά τα οδυνηρά λόγια, έφυγε βιαστικά, καθώς κι ο ίδιος ήταν φυσικά εξαιρετικά απασχολημένος.

Το περιστατικό αυτό με έβαλε σε σκέψεις και πλέον είμαι πεπεισμένος ότι ο πραγματικός λόγος που πήγα στις Κάννες εκείνη τη χρονιά ήταν για να δω τους Κυνηγούς (1977) του Θόδωρου. Την ημέρα της επίσημης προβολής είδα την ταινία στην πρωινή δημοσιογραφική προβολή και εντυπωσιάστηκα. Όταν μοιράστηκα τις σκέψεις μου με τον Θόδωρο, με προσκάλεσε να παρευρεθώ στη βραδινή προβολή, όπου θα ήταν παρόντες οι ηθοποιοί και το συνεργείο.

Επιπλέον, μου ζήτησε να καθίσω μαζί τους, σαν να ήμουν κι εγώ μέλος του συνεργείου. Αν και η ταινία διαρκεί περίπου τρεις ώρες, ήταν πολύ χαρακτηριστικό για τον Θόδωρο να μου ζητήσει να τη δω δύο φορές μέσα στην ίδια μέρα. Υπέθεσα όμως ότι δεν γινόταν αλλιώς, φόρεσα το σμόκιν μου και πήγα μαζί τους. Όταν, στο τέλος της ταινίας, σηκώθηκα μαζί με τον Θόδωρο μέσα στα χειροκροτήματα, ένιωθα τόσο συγκινημένος σαν να την είχα γυρίσει εγώ ο ίδιος. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, παρακολούθησα ξανά αυτή την τρίωρη ταινία. Και με άγγιξε βαθιά για τρίτη φορά.

Συνάντησα ξανά τον Θόδωρο στο Τόκιο, με αφορμή την κυκλοφορία του Μετέωρου Βήματος του Πελαργού (1991). Ωστόσο, δεν θα ξεχάσω ποτέ την ακριβώς προηγούμενη συνάντηση μαζί του, ένα φθινόπωρο στο Τορόντο, όπου προσπαθούσα να προετοιμάσω το Hollywood Zen*. Μαζί με τον κύριο Καουαραμπάτα, κατεβήκαμε στη λίμνη Οντάριο με ένα σκάφος που ανήκε σε έναν Έλληνα φίλο του Θόδωρου. Όταν είδαμε τα πλεούμενα με τις κόκκινες σημαίες (σ.σ. η κόκκινη σημαία σηματοδοτεί επερχόμενη καταιγίδα) ήταν αργά. Η βροχή ξεκίνησε και ο Θόδωρος ψέλλιζε συνέχεια: «οι καιροί είναι κακοί για όλους μας».

Μπορείτε να βρείτε το κείμενο του Ναγκίσα Όσιμα μεταφρασμένο στα αγγλικά από τον Τζούλιαν Ρος, στο βιβλίο The Cinema of Theo Angelopoulos των Άγγελου Κουτσουράκη και Μαρκ Στίβεν.
*= το Hollywood Zen ήταν ένα ανολοκλήρωτο κινηματογραφικό εγχείρημα του Ναγκίσα Όσιμα

Όλη η φιλμογραφία του Θόδωρου Αγγελόπουλου διάθεσιμη στο Cinobo

0 Σχόλια

Ταξινόμηση κατά

Σχετικά Journal posts

Journal

Εδώ σημειώνουμε όλα όσα θέλουμε να πούμε για το σινεμά του Cinobo, και όχι μόνο. Μάθε τα πάντα για τις Πρεμιέρες, τις Συλλογές και τα Προσεχώς, ενημερώσου για την επικαιρότητα στα Frames, πήγαινε behind the scenes στα Extras και εξερεύνησε πολλά ακόμα στα Misc.