
Ηδονή και Ματαιότητα: Το Εκθαμβωτικό Κενό του Πάολο Σορεντίνο

Σε ένα κινηματογραφικό σύμπαν, όπου η επιφάνεια δεν αποκρύπτει αλλά αποκαλύπτει την απουσία νοήματος, ο Πάολο Σορεντίνο συνθέτει έναν κόσμο εκθαμβωτικής υπερβολής και υπόγειας μελαγχολίας.
Αν ο ιταλικός κινηματογράφος του εικοστού αιώνα απέκτησε τη μεταπολεμική του ταυτότητα μέσα από τον νεορεαλισμό και, αργότερα, την μπαρόκ φαντασμαγορία του Φεντερίκο Φελίνι, ο Πάολο Σορεντίνο μοιάζει μέσα από τη φιλμογραφία του να συνομιλεί με αυτή τη διπλή κληρονομιά όχι για να την επαναλάβει, αλλά για να την μετασχηματίσει σε μια ύστερη, σχεδόν μελαγχολικά ειρωνική εκδοχή της.
Οι πέντε ταινίες του Ιταλού σκηνοθέτη που απαρτίζουν το αφιέρωμα του Cinobo στο πολυσχιδές και αντιφατικό μέσα στις πολλαπλότητες του σινεμά του, μοιάζουν να εκτυλίσσονται σε ένα ενδιάμεσο πεδίο όπου η απόλαυση της επιφάνειας και η αγωνία του βάθους δεν αλληλοαναιρούνται, αλλά συνυπάρχουν σε μια ασταθή, σχεδόν ηδονικά γοητευτική (αν)ισορροπία και προσκαλούν τον θεατή σε έναν κινηματογράφο που αιχμαλωτίζει, ενώ ταυτόχρονα υπονομεύει κάθε παράδοση με μια υπόγεια, διαβρωτική επίγνωση της ματαιότητάς της.
Από τις Συνέπειες του Έρωτα (2004), που έστρεψαν το βλέμμα της διεθνούς κινηματογραφικής κοινότητας στο σινεμά του και θεμελίωσαν τη συνεργασία με τον Τόνι Σερβίλο, τον ηθοποιό που έμελλε να γίνει το φετίχ του, η φιλοδοξία για την δόμηση μιας μοναδικής αισθητικής και υφολογικής ταυτότητας είναι εμφανής, με την κάμερα να περιφέρεται σε έναν χώρο που μοιάζει αποστειρωμένος από το νόημα, ένα ξενοδοχείο στην Ελβετία όπου ο χρόνος υπογραμμίζει το υπαρξιακό κενό. Κι αν εδώ ο Σορεντίνο εγκαινιάζει μια αισθητική της αποξένωσης που θα διατρέξει το έργο του, με στατικά κάδρα, ψυχρές επιφάνειες και αποστασιοποιημένη μουσική επένδυση που όλα μαζί συνθέτουν μια αίσθηση υπαρξιακής ακινησίας, μια ανεπαίσθητη ρωγμή σ΄ αυτή την παγωμένη γεωμετρία, ο έρωτας, ενεργοποιεί την καταλυτική δύναμη της επιθυμίας, μόνο για να καταδείξει στο τέλος την τραγική της αδυνατότητα.
Στον αντίποδα αυτού του σύμπαντος, το σαρωτικό Il Divo, η ταινία που έκανε διάσημο τον Σορεντίνο διεθνώς και του χάρισε το Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών το 2008, είναι μια φαντασμαγορική opera buffa που μετατρέπει την ιταλική πολιτική σκηνή και έναν από τους πιο αρχετυπικούς εκφραστές της διαφθοράς της σε μια αλληγορία για την πολιτική ως θέαμα και την εξουσία ως αισθητικό φαινόμενο, μέσα από μια υπερβολική, σχεδόν μπαρόκ κινηματογραφική γλώσσα, απότομα zoom, θεατρικούς φωτισμούς, οπερατικά μουσικά μοτίβα κι έναν Τόνι Σερβίλο στο ρόλο του Τζούλιο Αντρεότι που ισορροπεί αριστουργηματικά μεταξύ ιερού και βέβηλου.

Τρία χρόνια αργότερα, η πρώτη αγγλόφωνη ταινία του Ιταλού σκηνοθέτη, το This Must Be The Place, είναι η πιο sui generis δημιουργία του κι ίσως η πιο υποτιμημένη, μια φαινομενικά απρόσμενη στροφή σε ένα αταξινόμητο φιλμ που κινείται ανάμεσα στο road movie και το υπαρξιακό δράμα, με τον μοναδικά ερμηνευμένο από τον Σον Πεν γερασμένο ροκ σταρ να αποτελεί μια από τις πιο παράδοξες φιγούρες του δημιουργού, κάτι ανάμεσα καρικατούρα και τραγική ύπαρξη, έναν συγκερασμό των αντιφατικών στοιχείων που απαρτίζουν την ίδια τη σκηνοθετική ματιά του Σορεντίνο. Όπως έχει συμβεί και με πολλούς Ευρωπαίους σκηνοθέτες που περνούν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Αμερική για τον Σορεντίνο δεν είναι γεωγραφικός χώρος αλλά ψυχική κατάσταση και το ταξίδι του κεντρικού ήρωά του δεν τόσο μια ιστορία εκδίκησης, όσο μια αργή αποσύνθεση της ταυτότητας, μέσα σε ένα σύμπαν γεμάτο από αλλόκοτες μορφές και στιγμές ποιητικής ασυνέχειας.
Η αισθητική και θεματική σύνθεση όλων αυτών των αντίρροπων τάσεων κορυφώθηκε το 2013 με την Τέλεια Ομορφιά, την κατά πολλούς καλύτερη ταινία του σκηνοθέτη που ενώ έφυγε σκανδαλωδώς αβράβευτη από τις Κάννες κέρδισε λίγους μήνες αργότερα το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Σ’ αυτή την άτυπη επαναπροσέγγιση του Dolce Vita, η σκιά του Φεντερίκο Φελίνι είναι αναπόφευκτη, ο Σορεντίνο, ωστόσο, δεν επιχειρεί να μιμηθεί σε έναν στείρο και μηρυκαστικό φόρο τιμής, αλλά να επαναδιατυπώσει την αβάσταχτη ελαφρότητα ενός αστείρευτου διονυσιασμού σε μια κινηματογραφική συμφωνία όπου το ιερό και το κοσμικό, το υψηλό και το χυδαίο συνυπάρχουν σε μια εύθραυστη ισορροπία. Η Ρώμη, η «αιώνια πόλη, είναι μια αδιάκοπη παρέλαση εικόνων, σωμάτων, ήχων και ο Τζεπ Γκαμπαρντέλα μετατρέπεται στον αρχετυπικό σορεντινικό ήρωα που εμφορείται από μια βαθιά αίσθηση ιστορικής και πολιτισμικής κόπωσης, αλλά δεν θα σταματήσει ποτέ να παρτάρει γιατί η Τέλεια Ομορφιά δεν είναι η λύτρωση αλλά η διαρκής υπενθύμιση της απώλειας.
Η επόμενη ταινία του Σορεντίνο, η Νιότη, θεωρήθηκε κάπως περιοριστικά ως το άτυπο sequel της Τέλειας Ομορφιάς, αλλά εδώ ο σκηνοθέτης μοιάζει να επιστρέφει περισσότερο στην υπαρξιακή ενδοσκόπηση της πρώτης ταινίας του, αν και δεν λείπουν φυσικά τα μαξιμαλιστικά σκηνοθετικά του στοιχεία και οπτικές του εξάρσεις, οι ονειρικές παρεμβολές, οι σουρεαλιστικές εικόνες και στιγμές καθαρής αισθητικής έκστασης. Οι δύο ηλικιωμένες φιγούρες του Μάικλ Κέιν και του Χάρβεϊ Καϊτέλ στο πολυτελές θέρετρο της Ελβετίας παραπέμπουν αναπόφευκτα στο Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν, αλλά εδώ ο τευτονικός ορθολογισμός παραχωρεί τη θέση του σε μια πιο παιγνιώδη μεσογειακή κοσμοθεωρία που κοιτάζει με τρυφερότητα το ανελέητο πέρασμα του χρόνου.
Με μια αισθητική πληθωρικότητα που δεν απολογείται και μια πεισματική άρνηση να επιλέξει οριστικά στρατόπεδο ανάμεσα στην επιφάνεια και το βάθος, το σινεμά του Πάολο Σορεντίνο, εκτός από τις οπτικές και ηχητικές απολαύσεις που αφειδώς κι αδιαλείπτως προσφέρει, είναι σαγηνευτικό και ευεπίφορο στην επαναπροσέγγιση και το διάλογο για τον τρόπο που εξερευνά με τόλμη τις αντιφάσεις του. Κι ίσως είναι αυτή η ένταση ανάμεσα στην επιθυμία να παραδοθούμε στην εικόνα και στην ανάγκη να την αμφισβητήσουμε το σημείο καμπής όπου αποκαλύπτεται η τέλεια ομορφιά.











