Μια διαπίστωση που έχει κάνει κάθε σινεφίλ κάποια στιγμή στη ζωή του, διαβάζοντας κι ακούγοντας ανέκδοτες ιστορίες, ένα δίδαγμα της κοινής πείρας, αν θέλετε, είναι ότι ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ περνούσε πάρα πολύ χρόνο της καθημερινότητάς του στο τηλέφωνο. Παρά τη φήμη της εσωστρέφειας που τον συνοδεύει, ο σπουδαίος δημιουργός συνήθιζε να (ανα)ζητά το τηλέφωνο συναδέλφων του όταν κάποια ταινία τού κέντριζε το ενδιαφέρον και να τούς καλεί για να τη συζητήσουν για ώρες, κάτι που αρχικά προκαλούσε ενθουσιασμό στην άλλη πλευρά του ακουστικού, μέχρι που οι σκηνοθέτες διαπίστωναν ότι αυτές οι κλήσεις εξελίσσονταν σε (οριακά) καθημερινή συνήθεια – οι «διαμαρτυρόμενοι», πάντως, αφηγούνται τις σχετικές ιστορίες με χαριτωμένο τρόπο.
Ένα βράδυ δέχτηκε ένα τέτοιο τηλεφώνημα και ο Τζορτζ Σλούιζερ, που είχε σοκάρει το κοινό με την Εξαφάνισή του (Spoorloos, 1988). To αριστούργημα του Ολλανδού δημιουργού αποτέλεσε μια τραυματική εμπειρία για τον Κιούμπρικ. Λέγεται ότι την ίδια μέρα μετά την προβολή ο Κιούμπρικ έψαξε και βρήκε τον αριθμό του Σλούιζερ και τον κάλεσε για να του εκμυστηρευτεί ότι είναι η πιο τρομακτική ταινία που είχε δει ποτέ του. Οι δυο δημιουργοί συζήτησαν για αρκετή ώρα για τη δομή της ταινίας και, βέβαια, για το αξέχαστο φινάλε της. Θα διατηρούσαν τηλεφωνική επαφή μέσα στα χρόνια, με τον Κιούμπρικ να παρακολουθεί την ταινία άλλες δέκα φορές στο μεσοδιάστημα.
Η Εξαφάνιση ξεκινά με ένα ερωτευμένο ζευγάρι, τον Ρεξ και τη Σάσκια που κάνουν στάση σε ένα πολυσύχναστο σταθμό εξυπηρέτησης κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού. Εκεί η Σάσκια εξαφανίζεται, ένα γεγονός που οδηγεί τον Ρεξ μια περιπέτεια πολυετούς αναζήτησης. Κι αυτά είναι μόνο όσα χρειάζεται να ξέρετε για μια ταινία που εξελίσσεται σε μια ζοφερή υπαρξιακή εμπειρία, η οποία, κακά τα ψέματα, τρώει δέκα σύγχρονα «elevated horror» στην καθισιά της.