
Ταυτότητα, κινηματογραφική δυσφορία και doomscrolling: Η αλήθεια πίσω από το «We’re All Going to the World’s Fair»
Κάπου σε μια μικρή πόλη, μια ντροπαλή και απόμακρη έφηβη βυθίζεται στον κόσμο ενός διαδικτυακού παιχνιδιού ρόλων. Όταν ένας άντρας τη ρωτά αν θυμάται ακόμα πως αυτό είναι ένα παιχνίδι, εκείνη δυσφορεί.
Τι είναι όμως στα αλήθεια το σπουδαίο lo-fi horror ντεμπούτο από το Τζέιν Σένμπρουν – το άτομο πίσω από τις μετέπειτα πολύ σημαντικές ταινίες «I Saw the TV Glow» αλλά και το πολυσυζητημένο στις φετινές Κάννες, «Teenage Sex and Death at Camp Miasma»;
Οι ταινίες τύπου “desktop θρίλερ” έχουν γίνει αρκετά συχνές τα τελευταία χρόνια, κάτι απολύτως λογικό μιας και όχι μόνο η κύρια μορφή επικοινωνίας μας πλέον είναι η ψηφιακή, αλλά και πολύ συχνά ο ρυθμός και η αίσθηση αυτής της επικοινωνίας είναι αρκετά διαφορετική. Το «We’re All Going to the World’s Fair» όμως είναι λιγότερο «Unfriended» και περισσότερο «Pulse» του Κιγιόσι Κουροσάβα, δηλαδή ένα στοιχειωμένο παιχνίδι αποξένωσης και αποστασιοποιημένων μοτίβων όχι τόσο επικοινωνίας, όσο ενός τρόπου απλά να κυλάει ο χρόνος.
Κάθε scroll, κάθε βίντεο, κάθε σχόλιο μας φέρνουν πιο μακριά από τους ίδιους τους εαυτούς μας.
Μέσα από αυτή την αίσθηση ανοίκειου που βαρύνει την ατμόσφαιρα και την εξερεύνηση της ιδέας του να νιώθεις αποκομμένο από το σώμα σου, η ταινία εξερευνά όχι μόνο τις σύγχρονες online σιωπές και αποστάσεις μας αλλά ακόμα και τη δυσφορία φύλου. Οδηγώντας σε ένα κρεσέντο απόκοσμο και, τελικά, δυσβάσταχτα ανθρώπινο και συγκινητικό.
Όταν η ταινία προβλήθηκε στην Αγγλία το 2021, το Τζέιν Σένμπρουν έγραψε ένα πολύ προσωπικό κείμενο για το BFI, εξηγώντας τις προθέσεις και τις τρομερά προσωπικές ιδέες πίσω από το φιλμ. Καθώς η ταινία στριμάρει τώρα για πρώτη φορά στην Ελλάδα, μοιραζόμαστε κι εμείς αυτό το κείμενο.

«ΕΛΠΙΖΩ ΟΡΙΣΜΕΝΟΙ ΑΠΌ ΤΟΥΣ ΘΕΑΤΕΣ ΝΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΟΥΝ ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥΣ»
Όταν ήμουν 13 ετών, ξενυχτούσα γράφοντας τρομακτικές ιστορίες με κατά συρροή δολοφόνους και βρικόλακες σε ένα διαδικτυακό φόρουμ τρόμου. Ήμουν ένα μακάβριο, δημιουργικό παιδί, δεκαετίες πριν αποδεχτώ την τρανς ταυτότητά μου. Και για μένα, η ανωνυμία αυτού του φόρουμ ήταν ένα καταφύγιο. Παρότι οι ιστορίες μου είχαν αρκετά σκοτεινό τόνο, η διαδικασία του να τις γράφω και να τις δημοσιεύω λειτουργούσε σαν βάλσαμο.
Ένας άνδρας γύρω στα τριάντα, που υπέγραφε με το ακρωνύμιο «WAJ», άρχισε να σχολιάζει τις ιστορίες μου. Δεν συναντηθήκαμε ποτέ από κοντά (ευτυχώς), όμως με δική του παρότρυνση αναπτύξαμε μια αρκετά στενή σχέση μέσω του AOL Instant Messenger. Η ταινία αυτή εμπνέεται από κάτι που μου είπε ένα βράδυ σε μια συνομιλία μας εκεί:
Μου είπε ότι οι βρικόλακες υπάρχουν πραγματικά. Ότι ο σύντροφός του είχε πιει το αίμα του και πως τώρα μεταμορφωνόταν κι εκείνος σε βρικόλακα. Μου είπε ότι ένιωθε τις αλλαγές να ξεκινούν, ότι φοβόταν αυτό στο οποίο μετατρεπόταν, αλλά ότι ταυτόχρονα του άρεσε…
Θυμάμαι να κάθομαι στο μάθημα των μαθηματικών την επόμενη μέρα και να το σκέφτομαι ξανά και ξανά. Ήξερα ότι η ιστορία του WAJ δεν ήταν αληθινή, όμως ένα κομμάτι μου ευχόταν να ήταν. Σκεφτόμουν: «Δεν θα ήταν ο κόσμος πολύ πιο συναρπαστικός αν μια τέτοια μεταμόρφωση ήταν πράγματι δυνατή;»
Το “We’re All Going to the World’s Fair” είναι μια ταινία για τη φαντασία, την οικειότητα και το παιχνίδι της ταυτότητας στον ψηφιακό χώρο. Αντλεί έμπνευση τόσο από τις παραδοσιακές αφηγηματικές φόρμες όσο και από το ατελείωτο σκρολαρισμα ενός newsfeed και προσπαθεί να μιλήσει αυθεντικά στη γλώσσα του ίδιου του διαδικτύου. Βασίζεται στην αρχή που είναι γνωστή ως Νόμος του Poe, σύμφωνα με την οποία είναι αδύνατο να γνωρίζεις αν κάποιος σου λέει την αλήθεια ή σε τρολάρει όταν επικοινωνείτε στο διαδίκτυο.

Ταυτόχρονα, αποτελεί μια προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί η γλώσσα του κινηματογράφου για να εκφραστεί ένα συναίσθημα δυσφορίας που είναι δύσκολο να περιγραφεί με λόγια. Μεγαλώνοντας, δεν γνώριζα καν αυτή τη λέξη. Δεν γνώριζα ούτε τις λέξεις «τρανς» ή «non-binary». Οι όροι αυτοί σχεδόν δεν υπήρχαν τότε και πιστεύω πως ακόμη και σήμερα βρισκόμαστε μόλις στην αρχή της διαδικασίας μέσα από την οποία αναπτύσσουμε μια γλώσσα ικανή να αποδώσει τις τρανς εμπειρίες μας, είτε λεκτικά είτε κινηματογραφικά.
Αυτό που γνώριζα μεγαλώνοντας ήταν ένα διαρκές αίσθημα μη πραγματικότητας, διαποτισμένο από μια μόνιμη αίσθηση ντροπής, αυτοαπέχθειας και θυμού. Ήξερα ότι η μυθοπλασία ήταν ένα ασφαλές μέρος για να κρυφτώ. Νομίζω πως φαντασιώσεις όπως αυτή που μου πρόσφερε ο WAJ ήταν τόσο ελκυστικές επειδή η ζωή που ζούσα και το σώμα μέσα στο οποίο τη ζούσα δεν μου φαίνονταν πραγματικά. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να ξετυλίξω αυτά τα συναισθήματα και να καταλάβω τι πραγματικά ήταν: πολύ συνηθισμένα συμπτώματα δυσφορίας φύλου.
Όμως δεν είμαι σίγουρο ότι έχω δει ποτέ την εμπειρία της δυσφορίας φύλου να εξερευνάται με αυτόν τον τρόπο στον αμερικανικό κινηματογράφο. Τουλάχιστον όχι από έναν ανοιχτά τρανς δημιουργό. Και πιστεύω πως, αν το είχα δει, θα με είχε βοηθήσει πολύ. Αντί γι’ αυτό, έβλεπα το “Boys Don’t Cry”, το “Dallas Buyers Club” και τη “Σιωπή των Αμνών”, και δεν έβλεπα καθόλου τον εαυτό μου στις αναπαραστάσεις της τρανς εμπειρίας που πρότειναν αυτές οι ταινίες.
Όπως γράφει η κριτικός κινηματογράφου Γουίλοου Μακλέι στη σειρά κειμένων της με τίτλο Body Talk:
«Ο τρανς κινηματογράφος, όπως τον αντιλαμβάνονται οι cisgender δημιουργοί, αφορά εξωτερικές δυνάμεις και εξωτερικές αλλαγές. Εμείς όμως αντιλαμβανόμαστε την τρανς εμπειρία ως μια εσωτερική, υφασματική σχεδόν, αφηρημένη ενέργεια. Ιδίως στην περίπτωση της δυσφορίας φύλου. Αυτό που συνήθως δεν καταλαβαίνουν οι cisgender δημιουργοί είναι ότι για εμάς το εσωτερικό γίνεται εξωτερικό, όχι το αντίστροφο. Η δυσφορία εκδηλώνεται με πολύ πραγματικούς εξωτερικούς τρόπους, αλλά η προέλευσή της βρίσκεται μέσα μας.»
Οι τόνοι της ταινίας μου μπορεί να είναι αρκετά σκοτεινοί, όπως ακριβώς και οι ιστορίες που έγραφα σε εκείνο το φόρουμ πριν από δεκαετίες. Ωστόσο αισθάνομαι πως στον πυρήνα της, πρόκειται για ένα τρυφερό έργο και ελπίζω ότι η παρακολούθησή του θα λειτουργήσει σαν βάλσαμο για ανθρώπους σαν κι εμένα.
Ελπίζω ορισμένοι θεατές να αναγνωρίσουν κάτι από τον εαυτό τους μέσα σε αυτά τα συναισθήματα και τις εικόνες. Στους σπασμένους ρυθμούς και τις αφηγηματικές παρεκκλίσεις της ταινίας, στον εσωτερικό της κόσμο και στη συναισθηματική της αναταραχή, στην ομιχλώδη αισθητική της παραμόρφωση και στις ονειρικές της αντανακλάσεις πάνω σε έμφυλα σώματα, άφυλα σώματα και σώματα σε κατάσταση αποσύνθεσης. Μέσα στην κινηματογραφική της δυσφορία.
Ελπίζω αυτό να τους κάνει να νιώσουν λίγο λιγότερο μόνοι.
*Το κείμενο υπέγραψε το Τζέιν Σένμπρουν για το BFI.
https://bfidatadigipres.github.io/new%20releases/2022/04/29/were-all-going-to-the-worlds-fair
Η ταινία "We're All Going to the World's Fair" είναι διαθέσιμη στο Cinobo
Δες την online











